Έντουαρντ Μουνκ, 3 αυτοπορταίτα/Edvard Munch 3 selfportraits
Αυτοπορτρέτο σε πρώτο πρόσωπο (1930)
Δεν βλέπω όπως έβλεπα. Το φως μπαίνει στα μάτια μου σαν ξένο σώμα, σαν να προσπαθεί να χαράξει πάνω στον αμφιβληστροειδή μου μια αλήθεια που δεν θέλω να παραδεχτώ. Κι όμως, σήμερα στάθηκα μπροστά στην κάμερα. Όχι για να με θαυμάσω — αυτό το προνόμιο το άφησα πίσω μου εδώ και χρόνια — αλλά για να βεβαιωθώ ότι ακόμη υπάρχω.
Η μηχανή με κοιτάζει χωρίς έλεος. Δεν ξέρει από συμπόνια, δεν ξέρει από φόβο. Το μάτι της είναι καθαρό, άκαμπτο, αδιάφορο. Κι εγώ, για πρώτη φορά, αφήνω κάποιον — κάτι — να με δει έτσι. Με το βλέμμα θολό, με το πρόσωπο κουρασμένο, με την αγωνία να φωλιάζει κάτω από το δέρμα.
Σηκώνω το κεφάλι και νιώθω το βάρος των χρόνων. Το χέρι μου τρέμει λίγο, όχι από δισταγμό, αλλά από την αίσθηση ότι ίσως αυτή η εικόνα να είναι από τις τελευταίες που θα δω καθαρά. Πατάω το κουμπί. Ένα κλικ. Ένας μικρός ήχος που μοιάζει με σφράγισμα. Σαν να κλείνει μια πόρτα πίσω μου.
Δεν θέλω να ωραιοποιήσω τίποτα. Η ζωή δεν ωραιοποιεί. Η κάμερα δεν ωραιοποιεί. Κι εγώ δεν έχω πια την πολυτέλεια να κρύβομαι. Αν το πρόσωπό μου έχει αλλάξει, αν το βλέμμα μου έχει χάσει τη σπιρτάδα του, αν η ασθένεια έχει αφήσει σημάδια, τότε ας αποτυπωθούν. Ας μείνουν. Ας γίνουν μάρτυρες μιας στιγμής όπου ο άνθρωπος και ο φόβος του συναντιούνται χωρίς μάσκα.
Κοιτάζω τη φωτογραφία που μόλις τράβηξα. Δεν ξέρω αν είναι όμορφη. Δεν ξέρω αν είναι σωστή. Ξέρω μόνο ότι είναι αληθινή. Κι ίσως αυτό να είναι το μόνο που μπορώ να ζητήσω πια από την τέχνη μου — και από τον εαυτό μου.
Αν αύριο το φως λιγοστέψει κι άλλο, αν τα χρώματα ξεθωριάσουν, αν ο κόσμος γίνει πιο ασαφής, θα έχω τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Αυτό το βλέμμα. Αυτή τη σιωπηλή συνομιλία με το μάτι της κάμερας.
Και θα ξέρω ότι, έστω για λίγο, στάθηκα απέναντι στην αλήθεια μου χωρίς να γυρίσω το κεφάλι.
___Edvard Munch
_______________________________________________________________________________
Πηγή*: Munch of the week: "Φωτογραφικά αυτοπορτρέτα", 1930. Τα πορτρέτα τραβήχτηκαν ενώ έπασχε από σοβαρή πάθηση των ματιών, αφήνοντας το μάτι της κάμερας να τον κοιτάξει. Αυτές είναι από τις πρώτες «selfies» στην ιστορία της φωτογραφίας.
Τι σημαίνει το κείμενο της πηγής*.
Η δημοσίευση «Munch of the week» στη σελίδα του Munch Museum στο facebook, παρουσιάζει αυτή την εβδομάδα μια σειρά από φωτογραφικά αυτοπορτρέτα του Έντβαρντ Μουνκ από το 1930.
Το κείμενο εξηγεί ότι:
- Εκείνη την περίοδο ο Μουνκ υπέφερε από σοβαρή πάθηση στα μάτια.
- Παρ’ όλα αυτά, φωτογράφισε τον εαυτό του, αφήνοντας –όπως λέει ποιητικά το κείμενο– «το μάτι της κάμερας να τον κοιτάξει».
- Αυτές οι φωτογραφίες θεωρούνται από τις πρώτες μορφές “selfie” στην ιστορία της φωτογραφίας, πολύ πριν υπάρξει ο όρος.
Γιατί το επισημαίνει το μουσείο
Η ανάρτηση θέλει να αναδείξει:
- Την ευαλωτότητα του Μουνκ εκείνη την περίοδο.
- Την πρωτοποριακή του διάθεση, αφού χρησιμοποίησε την κάμερα με τρόπο που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο.
- Την ιστορική σημασία αυτών των εικόνων ως πρώιμα παραδείγματα αυτο-εικόνισης.
Ημερολόγιο, 1930 — Αποσπάσματα
1.
Το πρωί ξύπνησα με το αριστερό μάτι βαρύτερο από το δεξί. Σαν κάποιος να είχε καθίσει πάνω στο βλέφαρο όλη τη νύχτα. Το φως με χτύπησε λοξά, σαν να ήθελε να με δοκιμάσει. Δεν του μίλησα.
2.
Η κάμερα με περιμένει στο τραπέζι. Ένα μικρό, μεταλλικό ζώο που δεν κοιμάται ποτέ. Την πλησιάζω όπως πλησιάζει κανείς έναν γιατρό που δεν εμπιστεύεται. Ξέρει περισσότερα για μένα απ’ όσα θα ήθελα.
3.
Σήμερα το πρόσωπό μου μοιάζει ξένο. Σαν να το έχει ζωγραφίσει κάποιος άλλος, βιαστικά, με χοντρό πινέλο. Το δέρμα μου έχει μια θαμπάδα που δεν θυμάμαι να είχα. Ίσως να είναι η ασθένεια. Ίσως να είμαι εγώ.
4.
Όταν κοιτάζω τον φακό, νιώθω σαν να κοιτάζω μια πληγή. Δεν ξέρω αν θα κλείσει ή αν θα ανοίξει περισσότερο. Πατάω το κουμπί. Το κλικ ακούγεται σαν μικρή καταδίκη.
5.
Η σιωπή μετά τη φωτογραφία είναι πιο βαριά από πριν. Σαν να άφησα ένα κομμάτι μου μέσα στο μηχάνημα. Σαν να με ρούφηξε για μια στιγμή και να με έφτυσε πίσω, λίγο πιο αδύναμο.
6.
Αναρωτιέμαι αν θα ξαναδώ καθαρά. Όχι τον κόσμο-αυτόν τον έχω δει αρκετά. Αλλά τον εαυτό μου. Τον πραγματικό. Αυτόν που κρύβεται πίσω από τις σκιές και τις γραμμές.
7.
Ας δούμε μια πιο βαθιά, καλλιτεχνική ανάγνωση αυτών των αυτοπορτρέτων του Μουνκ — όχι απλώς ως ιστορικά ντοκουμέντα, αλλά ως στιγμές όπου η τέχνη, η ασθένεια και η αυτοπαρατήρηση συναντιούνται.
Τι αποκαλύπτουν καλλιτεχνικά αυτά τα αυτοπορτρέτα
1. Η κάμερα ως “μάτι άλλου”
Ο Μουνκ, που συνήθως ζωγράφιζε τον εαυτό του μέσα από το δικό του βλέμμα, εδώ αφήνει ένα εξωτερικό μάτι να τον εξετάσει.
Η κάμερα γίνεται κάτι σαν αντικειμενικός μάρτυρας της κατάστασής του — μια ψυχρή, μη ανθρώπινη ματιά που δεν χαρίζεται.
Αυτό δημιουργεί μια ένταση: ο καλλιτέχνης που πάντα έλεγχε την εικόνα του, τώρα παραδίδεται σε έναν μηχανισμό.
2. Η ασθένεια ως φίλτρο αυτογνωσίας
Το 1930 ο Μουνκ φοβόταν ότι θα χάσει την όρασή του.
Αυτό δεν είναι απλώς βιογραφικό στοιχείο· είναι το κλειδί για να καταλάβουμε τη διάθεση των φωτογραφιών.
- Το βλέμμα του είναι συχνά θολό, κουρασμένο, αβέβαιο.
- Το πρόσωπο μοιάζει να αναζητά κάτι — ίσως την ίδια του την εικόνα, ίσως την αντοχή του.
- Η φωτογραφία γίνεται μια πράξη ελέγχου της ύπαρξης: “Είμαι ακόμη εδώ; Πώς μοιάζω τώρα που κινδυνεύω να χάσω το φως μου;”
Υπάρχει μια σχεδόν υπαρξιακή αγωνία που θυμίζει τις ζωγραφικές του περιόδους, αλλά εδώ είναι ωμή, χωρίς χρώμα, χωρίς συμβολισμούς.
3. Πρωτοπορία χωρίς πρόθεση
Το μουσείο τα αποκαλεί «από τις πρώτες selfies».
Αυτό δεν είναι υπερβολή: ο Μουνκ χρησιμοποιεί την κάμερα όχι για να ποζάρει, αλλά για να καταγράψει μια εσωτερική κατάσταση.
Κάτι που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο — η αυτοφωτογράφηση ως αυτοσχόλιο — ήταν τότε σχεδόν αδιανόητο.
Ο Μουνκ δεν προσπαθεί να δείξει μια ωραία εικόνα του εαυτού του.
Αντίθετα, δείχνει:
- την ευθραυστότητα,
- την ηλικία,
- την ανησυχία,
- την ανθρώπινη φθορά.
Αυτό είναι ριζοσπαστικό για την εποχή.
4. Η συνέχεια της ζωγραφικής του γλώσσας
Αν δεις αυτά τα πορτρέτα δίπλα στα ζωγραφικά του αυτοπορτρέτα, θα παρατηρήσεις ότι:
- το φως πέφτει συχνά πλάγια,
- το πρόσωπο είναι μισό στη σκιά,
- υπάρχει μια αίσθηση απομόνωσης,
- το σώμα μοιάζει να αιωρείται σε έναν ασαφή χώρο.
Είναι σαν να μεταφέρει στη φωτογραφία την ίδια υπαρξιακή ατμόσφαιρα που είχε στα έργα του από τη δεκαετία του 1890.
Τι μένει στον θεατή
Αυτά τα αυτοπορτρέτα δεν είναι απλώς ιστορικά.
Είναι μια στιγμή όπου ένας μεγάλος καλλιτέχνης, φοβισμένος αλλά θαρραλέος, κοιτάζει τον εαυτό του χωρίς καμία άμυνα.
Αυτό που μένει είναι:
- μια ειλικρίνεια που σπάνια βλέπουμε σε φωτογραφία εκείνης της εποχής,
- μια συγκινητική προσπάθεια αυτοκατανόησης,
- μια προσωπική μαρτυρία για το πώς η τέχνη μπορεί να γίνει τρόπος επιβίωσης.
Μικρό λογοτεχνικό δοκίμιο για τα αυτοπορτρέτα του 1930
Το 1930, όταν η όραση του άρχισε να θολώνει σαν υγρή μπογιά που τρέχει πάνω σε γυαλί, ο Έντβαρντ Μουνκ στράφηκε προς την κάμερα. Όχι για να ποζάρει· αυτό θα ήταν μια πράξη υπεροψίας, ξένη προς την ηλικία και την κούραση που κουβαλούσε. Αλλά για να σταθεί απέναντι σε ένα βλέμμα που δεν χαρίζεται. Το μηχανικό μάτι, άτεγκτο και ψυχρό, έγινε ο καθρέφτης που δεν μπορούσε πια να εμπιστευτεί.
Στις φωτογραφίες εκείνης της περιόδου, το πρόσωπό του μοιάζει να αιωρείται μέσα σε μια σιωπή που δεν είναι ακριβώς φόβος, ούτε ακριβώς αποδοχή. Είναι κάτι ενδιάμεσο: μια λεπτή, σχεδόν αόρατη στιγμή όπου ο άνθρωπος συναντά την ευθραυστότητά του και δεν αποστρέφει το βλέμμα. Το φως πέφτει λοξά, σαν να προσπαθεί να τον αγγίξει χωρίς να τον πληγώσει. Οι σκιές αγκαλιάζουν τα μάτια του, εκεί όπου η ασθένεια είχε ήδη αφήσει το αποτύπωμά της.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αδυναμία υπάρχει μια παράξενη δύναμη. Ο Μουνκ δεν κρύβεται. Δεν εξωραΐζει. Δεν προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι: ένας άνθρωπος που κοιτάζει τον εαυτό του την ώρα που αλλάζει. Η κάμερα δεν τον εξιδανικεύει· τον καταγράφει. Και εκείνος, για πρώτη φορά, αφήνει κάποιον άλλον —έστω κι αν αυτός ο άλλος είναι μια μηχανή— να τον δει χωρίς άμυνες.
Αυτές οι εικόνες, που σήμερα θα τις λέγαμε «selfies», δεν έχουν τίποτα από την ελαφρότητα του όρου. Είναι μαρτυρίες. Είναι σημειώσεις ενός ανθρώπου που προσπαθεί να βεβαιωθεί ότι υπάρχει ακόμη, ότι το πρόσωπό του δεν έχει χαθεί μέσα στο σκοτάδι που απειλεί τα μάτια του. Είναι μια πράξη επιβίωσης, όχι ματαιοδοξίας.
Και ίσως γι’ αυτό συγκινούν τόσο: γιατί δεν δείχνουν τον Μουνκ ως καλλιτέχνη, αλλά ως άνθρωπο που παλεύει να κρατήσει το φως — κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στις φωτογραφίες αυτές, ο χρόνος δεν είναι εχθρός. Είναι συνομιλητής. Και ο Μουνκ, κουρασμένος αλλά παρών, του απαντά με μια σιωπηλή, ανθεκτική αξιοπρέπεια.



Σχόλια