Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ `30

Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ `30

Μοντερνισμός: Οι ποιητές της γενιάς του `30 εισηγήθηκαν τον μοντερνισμό στα ελληνικά γράμματα. Ο Τάκης Παπατσώνης αναγνωρίζεται ως «ο αληθινός, πρώιμος εισηγητής» του μοντερνισμού. Τα μέλη της γενιάς του `30, κατά άλλους σχολιαστές, εισηγήθηκαν το μοντερνισμό στα ελληνικά γράμματα, άλλοι θεωρούν ότι τα μέλη της γενιάς εντάσσονται μεν στον ελληνικό μοντερνισμό, αλλά δεν είναι και οι εισηγητές τους. Σύμφωνα με αρκετούς σχολιαστές, η γενιά του ʼ30 «πολέμησε τον γνήσιο μοντερνισμό», που είχε ήδη εκφράσει η «γενιά του `20» ή και άλλοι προγενέστεροι συγγραφείς.

Μοντέρνα ποίηση: η νεωτερική ποίηση της δεκαετίας του 1930, οι εκπρόσωποί της εκφράζουν από νωρίς ηγεμονικές αξιώσεις, σπεύδουν να αναλάβουν «τις υψηλές αρμοδιότητες του ταγού και του παιδαγωγού» και απευθύνονται στο εθνικό ακροατήριο. Ανοίκεια, ελλειπτική ή και ερμητική έκφραση των μοντέρνων ποιημάτων.
ελεύθερος στίχος, δραματικότητα παρά λυρικός λόγος, Καθημερινό, μη συμβατικό ποιητικό λεξιλόγιο,
σκοτεινότητα του νοήματος, αποσπασματική και ελλειπτική ανάπτυξη της ποιητικής σύνθεσης Παρουσία υπαινικτικών παραπομπών: «παραθέσεις ξένων κειμένων» μέσω των οποίων, διαμορφώνεται μια «λειτουργία αφομοίωσης ξένων υλικών» στο μοντέρνο ποίημα.
πολυγλωσσισμός, δηλαδή εγκόλπωση στο ποιητικό κείμενο τύπων από παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας, σε συνδυασμό με ιδιωματικά και διαλεκτικά στοιχεία. Ποιητική της «μυθικής μεθόδου»

Σκοτεινότητα νοήματος: αποτελεί ένα από τα κύρια τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής γενιάς. Αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη «σκοτεινότητα», την «ελλειπτικότητα» και την επιμονή των ποιητών στην «άλογη αλληλουχία των νοημάτων», αλλά και γενικότερα στην «ανατρεπτική εκφραστική» που καλλιέργησαν. Η σκοτεινότητα του νοήματος είναι μια δυσπρόσδιόριστη έννοια, οι καταβολές της οποίας είναι εν μέρει μυστικιστικές, στον βαθμό που παραπέμπει σε μια άλογη σύλληψη των πραγμάτων και προϋποθέτει, ως όρο για την επικοινωνία του αναγνώστη με το ποιητικό έργο, μια ανασύνθεση ψυχολογική, βασισμένη στην ενόραση. Η μοντερνιστική «σκοτεινότητα», πάντως, έλκει την καταγωγή της από τη συμβολιστική φιλοδοξία για διαμόρφωση μιας απολύτως ποιητικής γλώσσας (ή μιας ποιητικής γλώσσας που, αποσπασμένη από κάθε επικοινωνιακή λειτουργία, θα προσέγγιζε την κατάσταση της μουσικής).

Συναισθηματική αλληλουχία: η αποσπασματική και ελλειπτική ανάπτυξη της ποιητικής σύνθεσης, ένας τρόπος δηλαδή συναρμογής των επιμέρους αποσπασμάτων ή ποιημάτων που , όπως έγραφε ο Σεφέρης για τον Έλιοτ, «βασίζεται κυρίως όχι στη λογική, αλλά στην ψυχολογική ή τη συναισθηματική αλληλουχία».

Υπαινικτικές παραπομπές: κύριο χαρακτηριστικό της μοντέρνας ποίησης είναι η παρουσία υπαινικτικών παραπομπών σε λογοτεχνικά και άλλα κείμενα του παρελθόντος, δηλαδή: οι «παραθέσεις ή παραφράσεις ξένων κειμένων» μέσω των οποίων, σύμφωνα με τον Σεφέρη, διαμορφώνεται μια «λειτουργία της αφομοίωσης ξένων υλικών» στο μοντέρνο ποίημα.

Πολυγλωσσική ποιητική: ο πολυγλωσσισμός, δηλαδή η εγκόλπωση στο μοντέρνο ποιητικό κείμενο τύπων από:
παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας
(αρχαίας και μεσαιωνικής),
σε συνδυασμό με ιδιωματικά και διαλεκτικά στοιχεία,
καθώς και σπάνιους ή ανοίκειους όρους,
που πραγματοποιείται με τη μέθοδο του κολάζ,
σε ευθεία αναλογία προς
την πολυγλωσσική ποιητική κοσμοπολίτικων και εξωτικών συμφραζομένων.

Μυθική μέθοδος: μια ειδική χρήση του αρχαίου μύθου ή οποία, σύμφωνα με τον Έλιοτ, συνίσταται στον χειρισμό «ενός αδιάκοπου παραλληλισμού του σύγχρονου [κόσμου] και της αρχαιότητας» και λειτουργεί ως «ένας τρόπος [για] να ελέγξει κάποιος, να ταχτοποιήσει, και να δώσει μορφή και σημασία στο απέραντο πανόραμα ματαιότητας και αναρχίας που είναι η σύγχρονη ιστορία».
Ο μύθος λειτουργεί έτσι, συγχρόνως, ως πλαίσιο οργάνωσης αλλά και ως αντίστιξη = συνδυασμό
προς το ιστορικό παρόν που, για τη μοντερνιστική συνείδηση, «είναι ένας κόσμος διαλυμένος,
άρρωστος και ναρκωμένος, όπου οι αισθήσεις εξατμίζουνται και χάνουν την πραγματικότητά τους
μέσα στο χάος των εντυπώσεων».
Η λειτουργία της μυθικής μεθόδου, περιπλέκεται από δύο παραμέτρους:
αφενός επειδή μυθολογικά/ιστορικά πρόσωπα και περιστατικά συχνά συνυπάρχουν ή και συμφύρονται αδιακρίτως, παραπέμποντας έτσι τον αναγνώστη σε ένα ενιαίο «μυθο-ιστορικό» παρελθόν`
και αφετέρου,
επειδή η διάκριση ανάμεσα στο παρόν και σε αυτό το ενιαίο «μυθο-ιστορικό» παρελθόν καταργείται επίσης, στο πλαίσιο του μοντερνιστικού «χρονικού συνταυτισμού».
Αυτός ο «συνταυτισμός» του παρελθόντος με το παρόν διαμορφώνει το μοντερνιστικό «ιστορικό συναίσθημα» (το οποίο στην πραγματικότητα είναι
α-ιστορικό), το οποίο θυμίζει, όπως έγραφε ο Σεφέρης, την αίσθηση που έχει ένας σύγχρονος άνθρωπος καθώς,
τη στιγμή που διαβάζει Όμηρο,
«έχει πλάι του τον Οδυσσέα […]
ταυτόχρονο με το υπερωκεάνιο που βλέπει από το παράθυρο
και τον εαυτό του»

Υπερρεαλισμός: γαλλικό κίνημα με τρεις «θεμελιακές αρχές»:
 αυτόματη γραφή,
 σύνδεση της καλλιτεχνικής έκφρασης με την πολιτική δράση,
 άρνηση του κατοχυρωμένου πλαισίου παραγωγής, πρόσληψης και λειτουργίας της τέχνης).
Αυτοματισμός ψυχικός καθαρός με τον οποίο προτίθεται κάποιος να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου απʼ τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική. Ο σουρρεαλισμός στηρίζεται στην πίστη στην ανώτερη πραγματικότητα ορισμένων τύπων συσχετισμών αγνοημένων ως τώρα, στην παντοδυναμία του ονείρου, στο αδιάφορο παιγνίδι της σκέψης. Τείνει να καταλύσει οριστικά όλους τους άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να υποκατασταθεί στη θέση τους στη λύση των κυριότερων προβλημάτων της ζωής. Ο υπερρεαλισμός δεν εμφανίστηκε στη Γαλλία ως καλλιτεχνική κίνηση ή «σχολή», αλλά ως συστηματική απόπειρα για τη δραστική αλλαγή των όρων παραγωγής, πρόσληψης και λειτουργίας της τέχνης και για την αναθεώρηση της σχέσης της τέχνης με τη ζωή. Ημιεπίσημη αντικουλτούρα, πρόκληση, άρνηση του συστήματος, των αξιών, των θεσμών, αναδιοργάνωση του κόσμου και των συνειδήσεων, είναι ο γαλλικός υπερρεαλισμός που δεν έχει αντίστοιχο στον ελληνικό υπερρεαλισμό.

Αυτόματη γραφή: βασικό εργαλείο των υπερρεαλιστών. Ο αμεσότερος τρόπος εκφράσεως. Ένας τρόπος εκφράσεως που για να γίνει νοητός πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τους απόκρυφους μηχανισμούς του ονείρου…. Στην αυτόματη γραφή βλέπουν παραμερισμό λογικής, ηθικής ή αισθητικής μορφής. Συγγένεια με τον μηχανισμό των ονείρων, ό,τι είναι απωθημένο στο ασυνείδητό μας εκφράζεται εν τέλει μεταμφιεσμένα, καθώς δεν παραμερίζονται από την επέμβαση της ηθικής ή της λογικής.

Καθαρή ποίηση: Η στέρνα (1932), συνθετικό ποίημα που απαρτίζεται από 23 πεντάστιχες στροφές, με το οποίο κλείνει η πρώτη περίοδος της σεφερικής ποίησης. Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη απόπειρα του Σεφέρη προς την κατεύθυνση της «καθαρής ποίησης» (το ανέφικτο ιδεώδες μιας ποίησης απόλυτα «καθαρισμένης» από οποιοδήποτε μη ποιητικό στοιχείο, που λειτουργεί κυρίως με την υποβλητική «μαγεία» της γλώσσας). Το Fog, ανήκει στα «ακάθαρτα» ποιήματα της Στροφής, εννοώντας εκείνα που δεν αποβλέπουν στην «καθαρή ποίηση».
Σημαντικό δείγμα καθαρής ποίησης το πενταμερές ποίημα Μήτηρ Θεού του Σικελιανού, (η καθαρή ποίηση, υπήρξε ακραία μορφή του συμβολισμού, είναι η ποίηση που δεν απευθύνεται στη διάνοια του αναγνώστη, αλλά στόχο έχει να του προξενήσει αισθητική απόλαυση με τον ήχο και τον ρυθμό, με μέσα δηλαδή καθαρά ενδοποιητικά).

Πνευματικός εθνισμός: Η ιδεολογία του εθνισμού είχε ευρεία απήχηση στην ελληνική διανόηση, ύστερα από το 1922, οι αντιλήψεις του «εθνισμού» επιστρατεύονται προκειμένου να αναπληρώσουν το κενό που προέκυψε από τη συντριβή του μεγαλοΐδεατικού οράματος. Κεντρικός στόχος τώρα είναι η μετάθεση της φιλοδοξίας της «εθνικής αναγέννησης» από το πεδίο της εδαφικής επέκτασης (που ίσχυε ως κεντρικό ζητούμενο παλαιότερα) σʼ εκείνο της πνευματικής ηγεμονίας του ελληνισμού.
Ο «πνευματικός εθνισμός», που προωθείται στις αρχές της δεκαετίας του 1930 από πολλούς ιδεαλιστές στοχαστές,
αναγνωρίζει το έθνος ως:
αφηρημένη μεταφυσική οντότητα που υπερβαίνει τις λογικές επεξεργασίες, συνδέει την ιθαγένεια και τη γνησιότητα της τέχνης με την εμβάθυνση στην ελληνική γεωκλιματική ιδιαιτερότητα
και προτείνει την εθνική αυτογνωσία ως:
όρο για την ανάπτυξη δυναμικού συναγωνισμού με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Ελληνικότητα Οι νεωτερικοί ποιητές το `30 ενεπλάκησαν στην διεκδίκηση της «ελληνικότητας» ώστε να ανταπεξέρθουν στην οξύτατη κοινωνική και πνευματική απομόνωση τους, είχαν συντηρητική νοοτροπία μέσα στην δυναμική της εποχής τους (δικτατορία Μεταξά, πόλεμο και Κατοχή). Έτσι αποκόπηκαν από τις ευρύτερες ριζοσπαστικές (πνευματικές και κοινωνικές) διεκδικήσεις των ευρωπαϊκών μοντερνιστικών κινήσεων. Η συζήτηση περί «ελληνικότητα» εκτυλίσσεται στα τελευταία, ιδίως, χρόνια της δεκαετίας του 1930, με συμμετοχή και αρκετών από τους εκπροσώπους της ποιητικής γενιάς. Οι θιασώτες του πνευματικού εθνισμού προωθούν ένα νεφελώδες αίτημα «ελληνικότητα» και συγχρόνως απαξιώνουν τις μοντερνιστικές αναζητήσεις, τις οποίες και αντιμετωπίζουν ως προϊόντα μιμητικής ξενομανίας. Η «ελληνικότητα» είναι περισσότερο αντικείμενο προβληματισμού παρά μια ενιαία και συνεκτική θεωρία προς εφαρμογή.
Από το τέλος του 1934, η Αριστερά στρέφεται αποφασιστικά προς τη λαϊκή παράδοση και , αρνούμενη τους αστικούς «μαϊμουδισμούς» των εισαγμένων από την Ευρώπη τεχνοτροπιών, προτείνει το «λαϊκό» [«δημοτικό] τραγούδι ως πρότυπο για τη δημιουργία μιας λογοτεχνίας κατανοητής από τον λαό και ριζωμένης στα γνήσια εθνικά αισθήματα, προκαλώντας έτσι και την αντίδραση ορισμένων δικών της συγγραφέων. Παρότι η αριστερής προέλευσης «λαϊκιστική εκδοχή του εθνικισμού» δεν είχε μεγάλη επίδραση στο πνευματικό και καλλιτεχνικό γίγνεσθαι στη διάρκεια της δεκαετίας του `30 , η μακροπρόθεσμη σημασία της συγκεκριμένης στροφής προς τη λαϊκή παράδοση είναι μεγάλη. Η «ελληνικότητα» πιστοποιείται ως αισθητική αρετή, ως τεκμήριο αυτονόητης και αδιαμφισβήτητης λογοτεχνικής αξίας, ως απόδειξη πνευματικής «υπευθυνότητας» ως γενικό και ειδοποιό χαρακτηριστικό της γενιάς του `30.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12ο - Η πεζογραφία της γενιάς του ΄30

Ελληνικότητα η εθνική και λαϊκή πνευματική παραγωγή μετά τη μικρασιατική καταστροφή, επαναπροσδιορισμός της ελληνικότητας στην παράδοση, με την ωφέλιμη αφομοίωση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Η ανάγκη για την αξιοποίηση του εθνικού λαϊκού πολιτισμού και της νεοελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, από το 1936 και μετά, εξασφάλισε στους αστούς διανοουμένους τον ρόλο του πνευματικού ηγέτη. Επιστροφή στο παρελθόν, στον τόπο καταγωγής, στη ζωή της γενέθλιας πόλης, στην παιδική και εφηβική ηλικία αλλά και στην ιστορία, στο πλαίσιο αξιοποίησης της νεοελληνικής πολιτιστικής παράδοσης. Ο πνευματικός εθνισμός αντικατέστησε την Μεγάλη Ιδέα και λειτούργησε ως αντίβαρο στις μαρξιστικές ιδέες. Ανάδειξη της πνευματικής ιδιοφυίας του ελληνισμού και η γνήσια ελληνική ιδιοσυστασία της πνευματικής ζωής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως αποτέλεσμα σύνθεσης του χώρου και των ανθρώπων του, προκειμένου η σύνθεση αυτή να αντιπαρατεθεί εφάμιλλα στις άλλες εθνικές ευρωπαϊκές παραδόσεις. Η ελληνική φύση «όχι μόνο ανάγεται σε κύριο συστατικό εθνικής μοναδικότητας και ιδιοτυπίας αλλά πνευματοποιείται, γίνεται άυλη και αφηρημένη δύναμη.»

Ρεαλισμός: απεικόνιση των εξωτερικών μορφών της ζωής, όσο μπορεί πιο πιστά. Εξ ορισμού «η ρεαλιστική λογοτεχνία είναι γραμμένη έτσι ώστε να δίνει την εντύπωση ότι αναπαριστά τη ζωή και τον κοινωνικό περίγυρο όπως τα αντιλαμβάνεται ο μέσος αναγνώστης, δημιουργώντας την αίσθηση ότι τα εν λόγω πρόσωπα μπορεί όντως να υπάρχουν και ότι τέτοιου είδους πράγματα μπορεί κάλλιστα να συμβαίνουν». Ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα πρέπει να στηρίζεται σε συμβάσεις και σε αφηγηματικούς κώδικες οικείους στον αναγνώστη προκειμένου το κείμενο «να μοιάζει με αντανάκλαση της καθημερινής πραγματικότητας»

Ηθογραφία: κυρίαρχη μορφή της περιγραφής της εξωτερικής πραγματικότητας, στο τέλος του 19ου αιώνα. Φωτογραφική αποτύπωση της πραγματικότητας. Περιγράφει συνήθειες της καθημερινής ζωής σε ορισμένο τόπο και χρόνο, κυρίως στο αγροτικό και επαρχιακό περιβάλλον. Η γενιά του ʼ30 απέρριψε την ηθογραφία.

Νατουραλισμός οι ήρωες του Καραγάτση παλεύουν ενάντια σε έναν βιολογικό ντετερμινισμό που υπαγορεύει τη δράση τους και τον χαρακτήρα τους και απηχεί τον νατουραλισμό.

Μοντερνισμός: χαρακτηρίζει τις τάσεις στη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες που εκδηλώθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Η πεζογραφία ιδιαίτερα, κάτω από την επίδραση του υπερρεαλισμού και άλλων καλλιτεχνικών κινημάτων όπως ο εξπρεσιονισμός, ο κυβισμός και ο φουτουρισμός,
ανατρέπει τις προγενέστερες αφηγηματικές συμβάσεις
με τη διάσπαση της αφηγηματικής συνέχειας,
με την απόκλιση από τους συνήθεις τρόπους αναπαράστασης των χαρακτήρων και
με την εφαρμογή νέων αφηγηματικών τεχνικών (όπως ο εσωτερικός μονόλογος) που παραβιάζουν την παραδοσιακή σύνταξη και συνοχή της αφηγηματικής γλώσσας.

Αυτοβιογραφικός λόγος, παλιά τεχνική που περιγράφει την αυθεντική βιωμένη πραγματικότητα με ρεαλισμό αλλά και έντονη συναισθηματική και ιδεολογική φόρτιση, δηλαδή την ανάμειξη ρεαλισμού και λυρικής έκφρασης. Το νούμερο 31328 Βενέζης.
Οπτική γωνία για τον πεζογράφο της γενιάς του ʼ30, μέσα από την οπτική γωνία του ατόμου μελετάτε η κοινωνία. Οι αλλαγές της οπτικής γωνίας αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού και της σύγχρονης ζωής στην κοινωνία. Στον ελεύθερο πλάγιο λόγο, όσο και στον εσωτερικό μονόλογο η οπτική γωνία της αφήγησης είναι η οπτική γωνία ενός προσώπου της ιστορίας.

Ροή συνείδησης: Είναι μέθοδος αφήγησης, η ψυχολογική παρατήρηση, η αναπαράσταση της «ροής συνείδησης» και η σηματοδότηση της λεπτομέρειας. Η απόδοση της «ροής συνείδησης», θα μπορούσε κατά μία έννοια να θεωρηθεί ως η πλέον πειστική μίμηση της εσωτερικής πραγματικότητας, άρα και ρεαλιστική. Συγχρόνως όμως η τεχνική αυτή αποκαλύπτει τη διαμεσολάβηση του συγγραφέα που την καταγράφει και συνεπώς ο ρεαλισμός της είναι πλασματικός. Ο εσωτερικός μονόλογος, όπως και ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, αναπαριστούν τη «ροή συνείδησης», δηλαδή την αδιάσπαστη ροή παραστάσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που διατρέχουν το νου».

Παντογνώστης αφηγητής:, γ΄ πρόσωπο, η τεχνική του «παντογνώστη αφηγητή» αποδεσμεύει τον μυθιστοριογράφο από το κεντρικό πρόσωπο και αξιοποιεί όλα τα πρόσωπα. Ευρείες δυνατότητες σύνθεσης και οπτικής γωνίας. Κλασική χρήση του «παντογνώστη αφηγητή» καθολική αποστασιοποίηση του συγγραφέα από τα πρόσωπα του έργου του.

Εσωτερικός μονόλογος: οι συγγραφείς του μοντερνισμού καθιέρωσαν τη νέα αφηγηματική τεχνική, που δείχνει την προσήλωση στην εσωτερική ζωή και στις ψυχικές διεργασίες, εσωτερικότητα, εσωτερική παρατήρηση. Συνειρμικός εσωτερικός μονόλογος. Η απόδοση των σκέψεων, των συναισθημάτων και γενικότερα `του περιεχομένου της συνείδησης` ενός προσώπου της αφήγησης σε αʼ πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα». Η συνειρμική λειτουργία της σκέψης εν τη γενέσει της, η τυχαιότητά της και η συνάφειά της με τη λειτουργία του υποσυνειδήτου αντανακλώνται και στην αντίστοιχη μορφολογία του εσωτερικού μονολόγου, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την έλλειψη σύνταξης και συνοχής, τη μη λογική οργάνωση και την αποσπασματικότητα. Θεωρητικά, ο εσωτερικός μονόλογος εμφανίζεται στο κείμενο χωρίς εισαγωγικά ή άλλα σημεία στίξης, και χωρίς τις συνήθεις προειδοποιητικές παρεμβάσεις του αφηγητή (όπως π.χ. «είπε..», «σκέφτηκε..» κ.λπ.).

Ελεύθερος ή ανεξάρτητος πλάγιος λόγος: τεχνική, η οποία μαζί με τον εσωτερικό μονόλογό επιτρέπει στον μυθιστοριογράφο να μπει μέσα στον ψυχισμό των προσώπων του και να περιγράψει την πραγματικότητα αλλά και την εσωτερική τους ζωή από τη δική τους οπτική γωνία. Είναι η «πιστή, `επί λέξει` απόδοση των μη εκπεφρασμένων σκέψεων, διαθέσεων ή συναισθημάτων ενός προσώπου της αφήγησης από τον αφηγητή σε γ΄ πρόσωπο και σε παρωχημένο χρόνο του ρήματος» και χωρίς εισαγωγικά, παύλες διαλόγου, με λεξιλόγιο που εκφράζει την προσωπικότητα του προσώπου.

Ειρωνική αποστασιοποίηση ή ειρωνεία όταν ο μυθιστοριογράφος μπορεί να κοιτάξει τα πρόσωπά του από μια τέτοια απόσταση, ώστε να είναι σε θέση να αναφέρει τις σκέψεις τους και τις πεποιθήσεις τους δίχως να μεροληπτεί. Όταν ο μυθιστοριογράφος παρουσιάζει αμερόληπτα τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των προσώπων του έργου και του αφηγητή. Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας εντύπωσης αυθυπαρξίας των προσώπων. Αντίθετα δεν υπάρχει απόσταση της ειρωνείας όταν η οπτική του αφηγητή ταυτίζεται με την οπτική γωνία του ήρωα του. Στην ποίηση λειτουργεί διαφορετικά η ειρωνεία.

πηγή: www.eap-forums.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου