Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Σαπφώ, η λυρική ποιήτρια της αρχαιότητας



John William Godward (1861–1922) -In the Days of Sappho 1904

____________________________________________________________________________________________________

Η Σαπφώ (~ 630 - 570 π.Χ.) ήταν Ελληνίδα λυρική ποιήτρια.

  • "Αν μια αγάπη διαρκεί, είναι γιατί κάτι μένει ακόμη μέσα μας ανικανοποίητο."
  • "Και τώρα ο έρωτας ο λυσιμελής με παρασύρει."
  • "Φήμη είναι η ευωδιά των αγαθών μας πράξεων."
____________________________________________________________________________________________________
Η Σαπφώ, η "μικρά και μέλαινα" όπως την περιγράφει ο φιλόσοφος Μάξιμος ο Τύριος,
η "σοφή" και "δέκατη Μούσα" όπως την ονομάζει ο Πλάτων,
ο "θηλυκός Όμηρος" κατά τους Ιουλιανό και Αντίπατρο,
κατάφερε σε μια εποχή που η ποίηση ήταν αντρική υπόθεση
να επικρατήσει με τη λυρική γραφή της και την ισχυρή παρουσία της.
 
Γεννήθηκε στη Λέσβο το 630 π.Χ.
Ζώντας στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 6ου αιώνα σε μια περιοχή που κρατούσε τα σκήπτρα της μητριαρχικής παράδοσης της Ανατολίας, έζησε, χάρηκε και εκφράστηκε ελεύθερα ερωτικά.
Είναι η σπουδαιότερη ποιήτρια της αρχαιότητας, η δέκατη μούσα, και η πρώτη που ανοίγει τον δρόμο στην γυναικεία ομοερωτική λογοτεχνία.
Σχεδόν για όλη της την ζωή έζησε στο νησί αυτό, περιτρυγιρισμένη από μια ομάδα κοριτσιών της αριστοκρατίας, που εξασκούσαν μαζί της την ποίηση, την μουσική και τον χορό και από τους ερωτικούς στίχους της που έχουν σωθεί, όπως η ίδια ομολογεί, μοιράζονταν τον έρωτα.
Η Σαπφώ έγραψε στην Αιολική διάλεκτο της Λέσβου, ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια. Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα.
Στην ελληνιστική εποχή, η ποίησή της διαιρέθηκε σε 9 βιβλία, από τα οποία σώθηκαν σε μια ακέραια ωδή και λίγες εκατοντάδες αποσπάσματα.
Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια.
Η ποίησή της πυκνή, ουσιαστική και εκλεπτυσμένη ως προς τη γλώσσα, οι στίχοι της μαρτυρούν έντονο λυρισμό  τους χαρακτηρίζει η μουσικότητα, ο ερωτισμός & ο έρωτας.
Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της, η ποίησή της αγγίζει το τέλειο!
 
[Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον' αθάνατ' Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005.
Αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Τρία επιγράμματα με το όνομα της Σαπφούς, από τον Στέφανο του Μελέαγρου, υπάρχουν στην Παλατιανή Ανθολογία, εντονότατα αμφισβητούμενα (VI 269, VII 489, VII 505). ~wikipedia~]
 
________________________________________________________________________________________________________________________________________________
 
Ποιήματα της Σαπφούς μεταφρασμένα από το μεγάλο Έλληνα ποιητή και Νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη.
 
1. Κέλομαι σε Γογγύλα
Σε φωνάζω Γογγύλα
Φανερώσου πάλι κοντά μου
Το χιτώνα τον άσπρο σαν το γάλα όταν φοράς,
νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν
όμορφη, και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,
μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.
~
2. Ατθίδα
Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
'Ηρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
Από το γάλα πιο λευκή
απ' το νερό πιο δροσερή
κι από το πέπλο το λεπτό, πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή
κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο μουσική...
~
3. Θεός μου φαίνεται..
Θεός μου φαίνεται στ΄ αλήθεια εμένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει
και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
σου τ΄ ορκίζομαι" γιατί μόλις που πάω να
σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
μες στο στόμα η γλώσσα μου
στεγνώνει" πυρετός κρυφός με σιγοκαίει κι
ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω μα
βουίζουν τ΄ αυτιά μου κι ένας κρύος ιδρώτας
το κορμί μου περιχάει" τρέμω σύγκορμη αχ
και πρασινίζω σάν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόμη"
λίγο ακόμη και πάει θα ξεψυχήσω.
~
4. Το τραγούδι της Αριγνώτας
...
Συχνά από τις Σάρδες σε μας δώ πέρα
η σκέψη της γυρίζει,
πως ζούσαμε μαζί,
τι εφάνταζες εμπρός της σα μια θεά,
κι η ποιο τρανή χαρά της
το δικό σου τραγούδι ήτανε πάντα.

Τώρα μέσα στις Λυδές γυναίκες ξεχωρίζει
καθώς σαν πέσει ο ήλιος
κι η σελήνη ροδοδάχτυλη λάμπει
τ' άστρα τ' άλλα σκοτεινιάζοντας
κι ίδια γύρω αφήνει το φώς της να απλωθεί
πα σ' αλμυρά πελάγη και σε πολύανθες χώρες.

Κι έχει πάρει γλυκιά δροσιά να χύνεται
τα ρόδα μοσχοβολούν και τ' απαλό χορτάρι
και το τριφύλλι ολούθε τ' ανθισμένο.

Κι εκείνη πέρα δώθε τριγυρίζει
την Ατθίδα θυμάμενη
η καρδιά της η τρυφερή από πόθο πλημμυρίζει
κι απ' τον καημό βαραίνει μες τα στήθη.

Κι εμας τις δυό φωνάζει
να βρεθούμε κοντά της.
'Ομως, ...
~
5. Αποχαιρετισμός στην μαθήτρια..
"Να 'σαι ευτυχισμένη, πήγαινε, άλλωστε τίποτα δε διαρκεί.
Να θυμάσαι όμως πάντα πόσο σ' αγάπησα,
κρατιόμασταν χέρι χέρι μέσα στη νύχτα που ευωδίαζε,
πηγαίναμε στην πηγή ή τριγυρίζαμε στους λόγγους
κι έφτιαχνα για το λαιμό σου γιρλάντες μεθυστικές". 
~
6. Απόσπασμα

''κι ανάμεσα σε μαλακά σκεπάσματα χνουδάτα
με προσοχή την πλάγιασε
α να `ταν πάντα το κεφάλι ν' ακουμπάς
σε τέτοιας φιλενάδας τρυφερής τα στήθη
να κράταγε για μένα δυο φορές η νύχτα ετούτη
να `ταν χρυσή Αφροδίτη μου
τέτοια μια μοίρα να μου λάχει εμένα!»
~
7. Για την Ατθίδα
«πάλι πάλι ο έρωτας` ο έρωτας με παιδεύει
και πώς να τον παλέψω Ατθίδα μου` που
αυτός με τα φαρμάκια και τις γλύκες του
μου κόβει τα ήπατα το τέρας!
κι εσύ πάει με βαρέθηκες`
κάνεις φτερά το ξέρω για την Ανδρομέδα
ποια `ναι λοιπόν αυτή που σε ξετρέλανε
η χωριάτα που μήτε
καν πώς να κρατήσει το φουστάνι της πάνω
από τον αστράγαλο δεν ξέρει;»
~
8. Για την Μίκα
«μα να σ' αφήκω εγώ δε γίνεται Μίκα γλυκιά μου`
κι ας έλαχε να σ' αγαπήσουν κόρες από το σόι των Πενθελιδών
εμάς όλο παραξενιές
κάποιο μαγευτικό τραγούδι στ' άκουσμα ψάλλει
κι αηδόνια με κελαηδητό τρελό
δρόσο σταλάζοντας...»
~
9. Αποσπάσματα...
''...
μια παιδούλα τρυφερή λεπτή που μάζευε
αγκαλιές λουλούδια που η φωνή της κι
απ' της λύρας είναι ακόμη πιο γλυκιά
πιο λευκή κι απ' το γάλα πιο γλυκόπιοτη α-
πό το νερό πιο μελωδική απ' τη λύρα πιο
γαύρη απ' της φοράδας πιο βελούδινη απ'
το ρόδο πιο τρυφερή απ' το ρούχο το απαλό
πιο πολύτιμη από το χρυσάφι.''
''...
μαντατοφόρος άνοιξης ηδονικής φωνής αηδόνι
της Αφροδίτης η θεραπαινίδα η χρυσοφώτεινη
ανέβαινε ψηλά η πανσέληνος
και στου βουνού το χώρο συναγμένες
καθώς σ' άλλους καιρούς της Κρήτης οι κοπέλες
έσερναν το χορό τριγύρω στον ωραίο βωμό
και με ρυθμό τα λυγερά τα πόδια τους
χτυπώντας πατούσανε στα τρυφερά των χόρτων
ανθουλάκια.''

''...
αρχινώ το τραγούδι μου μ' αιθέρια λόγια
μα γι'αυτό κι απαλά στ' άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα-τι ποιο μεγάλο θα μπορούσα
που μ' αξίωσαν (οι Μούσες) τη δική τους
δύναμη δίνοντας να λέω: αλήθεια
σε μελλούμενους καιρούς κάποιος
θα βρίσκεται να με θυμάτ' εμένα.''
~
11.  Γρήγορα η ώρα πέρασε..

γρήγορα η ώρα πέρασε,μεσάνυχτα κοντεύουν,
πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βα-
σιλέψανε-και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη
κι έρημη ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει
ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
μου άρπαξε την ψυχή μου και την τρά-
νταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυ-
μάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.
 
__________________________________________________________________________________________________
 
Ποιήματα της Σαπφούς μεταφρασμένα από τον Παναγή Λεκατσά
 
"Ομορφόθρονη αθάνατη Αφροδίτη,
κόρη του Δία, σου δέομαι, δολοπλέχτρα,
με πίκρες και καημούς μη, Δέσποινα,
παιδεύεις την ψυχή μου`
μα έλα μου, αν και κάποτε, από πέρα
μακριά, το κάλεσμά μου όμοι' αγροικώντας,
ήρθες, το πατρικό παλάτι αφήνοντας
και το χρυσό σου αμάξι
ζεύοντας` κι όμορφα στρουθιά πετώντας
γοργά στη γη σε φέρανε τη μαύρη
παν' απ' τον ουρανό με φτεροκόπημα
πυκνό μεσ' στον αιθέρα`
κι ως έφτασαν ταχιά, χαμογελώντας
με την αθάνατη όψη, ω μακαρία,
με ρώτησες σαν τι και πάλι νάπαθα,
τι σε καλώ κοντά μου,
τι λαχταρά η ψυχή μου η φρενιασμένη
τόσο πολύ να γίνει: - "Ποια και πάλι
θες η Πειθώ να φέρει στην αγάπη σου;
Σαπφώ, ποια σ' αδικάει;
Γιατί αν φεύγει, γοργά από πίσω θάρθει,
κι αν δεν παίρνει σου δώρα, θα σου φέρει`
τώρ' αν δε σ' αγαπάει, θα σ' αγαπήσει
και δίχως να το θέλει".
Ω, έλα μου και τώρα, κι' απ' τις μαύρες
τις έγνοιες λύσε με, κι ό,τι ν' αληθέψει
ποθεί η ψυχή μου τέλεσ' το κι ατή σου
συ γίνε ο βοηθός μου."
 
 
 
 
"Από της Κρήτης τα μέρη στην ιερή κοιλάδα, έλα
στ' όμορφο το τέμενος με τις μηλιές
και τους βωμούς π' αχνίζουνε λιβάνι.
Νερό καθάριο αχομανάει μέσα απ' των δέντρων τα κλαριά
και ρόδα σκιάζουνε το μέρος,
από το λίκνισμα των φύλλων κατεβαίνει ο ύπνος.
Υπάρχει εδώ ένα λιβάδι αλογοτρόφο,
που απ' τους ανθούς της άνοιξης πλαντάζει
και το γλυκάνισο, πόσο όμορφα μυρίζει!
Από παντού γλυκοφυσάνε αγέρια.
Αχ έλα, Κύπριδα, τα γιορτινά εσύ στεφάνια πάρε
και στους χρυσούς τους κήλικες το νέκταρ κέρνα,
πλούσιο δώρο της γιορτής!"
 
 
 

"Κάλλιο το 'χα να πέθαινα στ' αλήθεια`
μ' αποχαιρέτησε με κλάματα πολλά
και μέσα στ' άλλα μου `λεγε κι' αυτό:
-"Ωιμέ κακά που μας ευρήκαν πλήθια,
Σαπφώ μου! μ' άθελά μου εγώ σ' απαρατώ".
Και της απάντησα εγώ τότε: "Στο καλό,
πήγαινε στο καλό, κι' όπου κι' αν θα `σαι
μη λησμονάς` γιατί πώς σ' είχαμεν εδώ
ξέρεις` κι αν όχι, τα που ξέχασές τα πιο
άφησε να στα πω να τα θυμάσαι,
όσα γλυκά κι` ωραία χαιρόμαστε, κι' οι δυο`
μενεξεδένια στέφανα έπλεκες πολλά
κι από ρόδα και κρόκο στα μαλλιά σου
βάζοντάς τα στο πλάι μου απαλά,
κι ανθοστέφανα κι άλλα δροσερά
στα τρυφερά κρεμούσες τα λαιμά σου
με λούλουδα γλυκόμορφα πλεχτά,
και με βρενθείου μυρωδιά βασιλική
έπαιρνες πλούσια κι' έραινες, καλή μου,
την ομορφόμαλλη την κεφαλή,
και πάνω στο κρεβάτι μας το μαλακό
την απαλή...
των κοριτσιών τον πόθο σβούσες τον γλυκό."
 
 
 

"...μακριά απ' τις Σάρδεις τώρα
γυρίζοντας εδώ συχνά το νου της,
σαν ζούσαμε μαζί, στ' αλήθεια σ' είχε
όμοια στην όψι εσένα η Αριγνώτα
με θεά, και βαθιαγάλλιαζε η ψυχή της
στη μολπή σου` και μέσα στις γυναίκες
τις Λύδιες ξεχωρίζει, ως όταν πέσει
ο ήλιος, ροδοστέφανη η Σελήνη,
από τ' αστέρια υπέρτερη όλα, χύνει
το φως στ' αρμυρά πελάγη επάνω
και στην πολύανθη γη` κι' αργοσταλάζει
όμορφα γύρω η δρόσος κι αναθάλλουν
τα ρόδα, οι άνηθ' οι απαλοί κι ο ανθοντυμένος
μελίλωτος. Κι αυτή στριφογυρίζει,
γλυκότροπή μου Ατθίδα, ως σε θυμάται
και τρώει ο γλυκός πόθος τη λεπτή της
ψυχή και την καρδιά βαραίνει η πλήξη
και δυνατά μας κράζει εκεί να πάμε,
μα η Νύχτα με τ' ανάριθμα τ' αυτιά της
απ' τους δρόμους επάνω του πελάγου
δεν μας κράζει τ' ανάκουστα..."
 
 
 

"Όμοια θεού μου φαίνεται η θωριά του
του αντρός αυτού που κάθεται αντικρύ σου
κι αγροικάει με λαχτάρα τη φωνή σου
σα μιλήσεις κοντά του
και γλυκά σαν γελάσεις` μα η καρδιά μου
στα στήθη μου από τούτο σπαρταράει
μόλις στρέψω και ιδώ σε ξεψυχάει
κι' αποσβήν' η λαλιά μου,
σαν τη γλώσσα μου κάτι να τσακίζει
σιγανή φλόγα τρέχει το κορμί μου,
θαμπωμένοι δεν βλέπουν οι οφθαλμοί μου,
κι η ακοή μου βουίζει,
ιδρώτ' από τα μέλη μου αναδίνω,
κι όλη τρέμω, πιο πράσινη στο χρώμα
κι' από χόρτο, και λέω πως λίγο ακόμα
και νεκρή θ' απομείνω.
Κι όμως όλα τα υπομένω ακόμα, μια και..."
 
 
 
 
"Μια όμορφη κοπέλλα, που παρόμοια
με λούλουδα χρυσά έχει τη μορφή της,
την Κληίδα μου έχω την αγαπημένη,
κι εγώ μ' αυτήν ακέρια τη Λυδία
δε θάλλαζα, μηδέ την ξακουσμένη...
(Λέσβο)"
 

Ποιήματα της Σαπφώς μεταφρασμένα από τον Οδυσσέα Ελύτη
 
«κι ανάμεσα σε μαλακά σκεπάσματα χνουδάτα
με προσοχή την πλάγιασε
α να `ταν πάντα το κεφάλι ν’ ακουμπάς
σε τέτοιας φιλενάδας τρυφερής τα στήθη
να κράταγε για μένα δυο φορές η νύχτα ετούτη
να `ταν χρυσή Αφροδίτη μου
τέτοια μια μοίρα να μου λάχει εμένα!»
 
 
«μα να σ’ αφήκω εγώ δε γίνεται Μίκα γλυκιά μου`
κι ας έλαχε να σ’ αγαπήσουν κόρες από το σόι των Πενθελιδών
εμάς όλο παραξενιές
κάποιο μαγευτικό τραγούδι στ’ άκουσμα ψάλλει
κι αηδόνια με κελαηδητό τρελό
δρόσο σταλάζοντας…»
 
 
«να `ξερες από πότε σ’ αγαπούσ’ Ατθίδα μου`
όμως μου φαινόσουν ακόμη τόσο μικρούλα κι άβγαλτη
α τι καλά πού `ρθες` και πως σε λαχταρούσα`
και τι φωτιές μες στην ψυχή μου άναψες που την έκαψαν!
ελπίδα του έρωτα!
τώρα καθώς αντίκρυ σε κοιτάζω
λέω πως δεν ήταν ποτέ της έτσι ωραία η Ερμιόνη`
και πως αν έκανα με την ξανθή Ελένη να σε παρομοιάσω
ανάρμοστο δε θα `ταν`
αν κάτι τέτοιο γίνεται για τις θνητές ποτέ`
μα σου λέω και τούτο να το ξέρεις:
μπροστά στην ομορφιά σου οι έγνοιες μου όλες
χάνονται και σκορπούν σαν πούπουλα…»
 
 
«γύρνα πάλι κοντά μου σ’ εξορκίζω Γογγύλα`
το χιτώνα φορώντας το λευκό σα γάλα
πάλι φανερώσου` όμορφη`
να `ξερες τι λαχτάρες μου γεννάς έτσι ντυμένη!
και πως νιώθω χαρούμενη που όχι εγώ
μα η Θεά μας η ίδια σου το λέει` σα να σε μαλώνει`
που τόσα χρόνια την παρακαλώ και την παρακαλώ
Γογγύλα` λες κι ένας πόθος με πιάνει να πεθάνω
και τις όχθες όπου ανθεί ο λωτός
μέσα στη δρόσο ν’ αντικρίσω
του Αχέροντα.»
 
 
«καλώς μας ήρθες Γυριννώ` κι άμποτε λέω
να μείνεις χρόνους πολλούς εδώ κοντά μου
όσους κι αυτούς που μου `λειψες
ούτε ποτέ πιστεύω στους καιρούς που θα `ρθουν
κάτω απ’ το φως του ήλιου θα βρεθεί ποτέ
παρθένα με τη γνώση τη δική σου.»
 
 
«γρήγορα η ώρα πέρασε` μεσάνυχτα κοντεύουν`
πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια βασιλέψανε`
και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη κι έρημη
ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει
ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε
ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά
φυσάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου