Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Κώστας Οὐράνης - Ποιήματα

Κώστας Οὐράνης - Ποιήματα

Κώστας Οὐράνης (Λεωνίδιο 1890 - Ἀθήνα 1953): ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστὴς καὶ δημοσιογράφος.
Θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ποῦμε ὁ τελευταῖος ρομαντικὸς τῶν Γραμμάτων μας, γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης. Γλυστρώντας πάνω ἀπ᾿ τὰ κύματα τῆς λύπης, ποὺ ἦταν ὁλόκληρη ψυχική, ἀντιπαρέρχονταν τὴν καθημερινότητα, ξέφυγε τὴν πεζολογία τῶν πρακτικῶν ἡμερῶν καὶ μετατοπίζονταν σὲ μία περιοχὴ καμωμένη ἀπὸ τὸ δικό του κλίμα, ὅπου ἡ νοσταλγία του εὕρισκε τροφὴ καὶ ἡ θλίψη τοῦ διέξοδο. Ἂν διέφερε σὲ κάτι ἀπὸ τοὺς ρομαντικούς, ἦταν πὼς οἱ μετατοπίσεις, ἡ φυγή του, ὁ ἀποδημητισμός του, δὲν πραγματεύονταν μόνο στὴ φαντασία. Τὰ ζοῦσε, τὸ ταξίδι καὶ τὴν ἀλλαγή. Ἡ φυγὴ γίνονταν πραγματοποιημένο τραγούδι, μιὰ ζῶσα μεταρσίωση ἀνάμεσα στὴν ὀνειροπόληση ποὺ προηγεῖτο καὶ στὴν νοσταλγία ποὺ ἀκολουθοῦσε.

Τῆς ἀγάπης

Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!
Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας
πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει.
Μὰ δὲν ἐρχόσουνα ποτὲς καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα,
τ᾿ ἄνθια σωριάζονταν στὴ γῆς ἀπὸ τὸν κρύο ἀγέρα
κι εἶναι ἡ ψυχή μου πιὸ γυμνὴ παρὰ προτοῦ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ σήμερα, ποὺ ἡ Νιότη μου γέρνει ἀργὰ στὴ δύση,
τοῦ ἐρχομοῦ σου σβήνεται κι ἡ τελευταία ἐλπίδα:
-Φοβᾶμαι πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη καὶ δὲν σ᾿ εἶδα!...
 

Ἕνα καράβι φεύγει

Ἕνα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
ἀφήνει ἀγάλια τὸ λιμάνι πρὸς τὸ βράδυ.
Ἡ νηνεμία τῶν νερῶν, καθὼς τὴ σχίζει,
μ᾿ ἀντιφεγγίσματα λευκῶν πανιῶν γεμίζει.
Εἶν᾿ ἕνα ξενικὸ καράβι, στὰ πλευρά του
μὲ κόπο συλλαβίζει ὁ κόσμος τ᾿ ὄνομά του.
Ἀπὸ ποιὰ μακρινὰ ἔχει ἔρθει μέρη
καὶ τὸ ποῦ πάει κανένας δὲν τὸ ξέρει.
Οὔτ᾿ ἕνα ἄσπρο μαντήλι δὲν τὸ χαιρετάει,
τώρα ποὺ ἀπ᾿ τ᾿ ἀκρολίμανο σιγὰ περνάει.
Μόνο οἱ γυναῖκες τὸ κοιτᾶν ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
σὰ ν᾿ ἀπολησμονήθηκαν ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια.
Ὡστόσο ἀφήνοντας γιὰ πάντα τὸ λιμάνι,
ἕνα τεράστιο ψυχρὸ κενὸ ἔχει κάνει.
Καὶ τώρα ποὺ στὸ πέλαγο ἀρμενίζει
κι ὁ δειλινὸς ὁ ἥλιος τὸ φωτίζει,
-λάμπουν ἀπὸ χρυσάφι τὰ κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στὰ ξάρτια-,
οἱ ἀνθρῶποι ποὺ κοιτᾶν στὴν παραλία
νοιώθουν πιὸ ἄδεια, πιὸ στενὴ τὴν πολιτεία
καὶ πιὸ γυμνὴ ὁ καθένας τὴ ζωή του
-σὰν κάτι νὰ τοὺς ἔφυγε μαζί του...
 

Κατοχή

Ἀλήθεια, δάση καὶ βουνὰ
ὑπάρχουνε στὸν κόσμο ἀκόμη;
Ὑπάρχουν οἱ μεγάλοι δρόμοι
ποὺ πᾶν σὲ μέρη ἀλαργινά;
Ἀνθίζουν πάντοτε οἱ βραγιές;
Στοὺς κάμπους εἶναι φῶς κι εἰρήνη;
Κι ἔμεινε λίγη καλοσύνη
μὲς τὶς ἀνθρώπινες καρδιές;
Ἀπίστευτα μᾶς φαίνονται ὅλα
σ᾿ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε τώρα χρόνια
σὰν σ᾿ ὀρεινά φτωχὰ καλύβια
ποὺ τ᾿ ἀποκλείσανε τὰ χιόνια...
Θὲ νἄρθει τάχα μιὰν ἡμέρα
σὰν ἀπὸ τόπους μακρινοὺς
ἡ Ἄνοιξη ποὺ λαχταρᾶμε;
Καὶ θὰ μᾶς εὕρει ζωντανούς;
 

Νοσταλγίες

Μοιάζω τοὺς γέρους ναυτικοὺς μὲ τὶς ρυτιδωμένες
καὶ τὶς σφιγγώδεις τὶς μορφές, ποὺ εἶδα στὴν Ὁλλανδία,
παράμερα στῶν λιμανιῶν τοὺς φάρους καθισμένους
νὰ βλέπουνε, ἀμίλητοι, νὰ φεύγουνε τὰ πλοῖα.
Τὰ μάτια τους, ποὺ εἴχανε δεῖ κυκλῶνες καὶ ναυάγια,
λαχταριστά, νοσταλγικὰ τὰ παρακολουθοῦσαν,
καθὼς σηκώναν τὶς βαριὲς ποὺ τρίζαν ἄγκυρές τους
καὶ μπρὸς στοὺς φάρους ἤρεμα, πελώρια περνοῦσαν.
Σὲ λίγο τὴν ἀπέραντη τὴ θάλασσα ἀλαργεύαν
καὶ χάνονταν, ἀφήνοντας στὴν πορφυρὴ τὴ δύση
ἕναν καπνό, ποὺ αὐλάκωνε τὸν οὐρανὸ πρὶν σβήσει:
κι ὅμως οἱ γέροι ναυτικοί, ἀκίνητοι στοὺς φάρους,
μὲ τὴ μεγάλη πίπα τους σβησμένη πιὰ στὸ στόμα,
πρὸς τὰ καράβια πού ῾φυγαν ἐκοίταζαν - ἀκόμα...
 

Δὸν Κιχώτης

Ἀτσάλινος καὶ σοβαρὸς ἀπάνω στ᾿ ἄλογό του
τὸ ἀχαμνό, τοῦ Θερβαντὲς ὁ ἥρωας περνάει,
καὶ πίσω του, τὸ στωικὸ γαϊδούρι του καβάλα
ὁ ἱπποκόμος του ὁ χοντρὸς ἀγάλια ἀκολουθάει.
Αἰῶνες ποὺ ξεκίνησε κι αἰῶνες ποὺ διαβαίνει
μὲ σφραγισμένα ἐπίσημα, ἑρμητικὰ τὰ χείλια
καὶ μὲ τὰ μάτια ἐκστατικά, τὸ χέρι στὸ κοντάρι,
πηγαίνοντας στὰ γαλανὰ τῆς Χίμαιρας βασίλεια...
Στὸ πέρασμά του ἀπ᾿ τοὺς πλατειοὺς τοῦ κόσμου δρόμους, ὅσοι
τὸν συντυχαίνουν, γιὰ τρελλὸ τὸν παίρνουν, τὸν κοιτᾶνε,
τὸν δείχνει ὁ ἕνας τοῦ ἀλλουνοῦ - κι εἰρωνικὰ γελᾶνε
Ὦ ποιητή! παρόμοια στὸ διάβα σου οἱ κοινοὶ
οἱ ἄνθρωποι χασκαρίζουνε. Ἄσε τους νὰ γελᾶνε:
οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶν μπροστὰ κι οἱ Σάντσοι ἀκολουθᾶνε!
 

VITA NUOVA

Δὲν θέλω πιὰ παρὰ νὰ ζῶ ἔτσι ὅπως ἕνα δέντρο,
ὁποὺ θροΐζει ἀνάλαφρα σὲ πρωινὸ τοῦ Ἀπρίλη
μέσ᾿ σ᾿ ἕνα κάμπο εἰρηνικό, γεμάτον φῶς γαλάζιο
καὶ παπαροῦνες κόκκινες καὶ ἄσπρο χαμομήλι.
Δὲν θέλω πιὰ παρὰ νὰ ζῶ ἔτσι σὰν ἕνα ρόδο,
ποὺ ἄνθισε κατάμονο μέσα σὲ πρᾶο χειμώνα
σ᾿ ἕνα πεζούλι φτωχικὸ κι ἡλιόφωτο, ποὺ νἄχει
ἀσβεστωμένο τοίχωμα νὰ τοῦ κρατάει τὸ χῶμα.
Θεέ μου! ἄσε με νὰ ζῶ σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ μύρια,
τ᾿ ἀνώφελα τὰ ἔντομα ποὺ ἀπὸ τὸ φῶς μεθᾶνε
καὶ τὴ ζωή τους στοὺς ἀνθοὺς ἀνάμεσα περνᾶνε,
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν κόσμο, μοναχὸ σ᾿ ἕνα λευκὸ σπιτάκι:
καὶ νἄχω μέσα στὴν ψυχὴ τῶν γέρων στὴν εἰρήνη
καὶ στὴν καρδιά μου τῶν φτωχῶν τὴν ἔνθεη καλωσύνη.
 

Nel mezzo del᾿ cammin...

Νά ῾μαι κ᾿ ἐγὼ στὸ μέσο της ζωῆς μου,
μὰ δάσο σκοτεινὸ δὲ βλέπω μπρός μου
κι οὔτε τὸ φάντασμα τοῦ Βιργιλίου,
νὰ γίνει παραστάτης κι ὁδηγός μου.
Οὔτε δάσο, οὔτε φάντασμα! Μονάχα
μιὰ πένθιμη ἐρημία ποὺ μὲ παγώνει.
Ὅσο βαδίζω, τόσο καὶ πλαταίνει
τῆς σιωπῆς ὁ κύκλος ποὺ μὲ ζώνει...
Σὰν ξένη, σὰν ἀπίθανη ἱστορία
σ᾿ ἕνα παλιὸ βιβλίο ἰστορημένη
καὶ ποὺ θαμπὰ τὴν κράτησεν ἡ μνήμη -
ὅλη ἡ ζωή μου, τώρα, ἡ περασμένη.
Μήνυμα δὲ μοῦ ἔρχεται κανένα
κι ἄνοιξη πιὰ καμμία δὲν περιμένω:
στὸ δρόμο τὸ γυμνὸ ποὺ περπατάω,
ὡσότου νὰ πεθάνω - θὰ πεθαίνω!
 

Περαστικές

Γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἕνα τραῖνο
τὴ στιγμὴ ποὺ κινοῦσε γι᾿ ἄλλα μέρη·
γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἄλλου χέρι
μὲ γέλιο νὰ περνᾶτε εὐτυχισμένο·
γυναῖκες, σὲ μπαλκόνια νὰ κοιτᾶτε
στὸ κενὸ μ᾿ ἕνα βλέμμα ξεχασμένο,
ἢ ἀπὸ ἕνα πλοῖο σαλπαρισμένο
μ᾿ ἕνα μαντήλι ἀργὰ νὰ χαιρετᾶτε:
νὰ ξέρατε μὲ πόση νοσταλγία,
στὰ δειλινὰ τὰ βροχερὰ καὶ κρύα,
σᾶς ξαναφέρνω στὴν ἀναμνησή μου,
γυναῖκες, ποὺ περάσατε μίαν ὥρα
ἀπ᾿ τη ζωή μου μέσα -καὶ ποὺ τώρα
κρατᾶτε μου στὰ ξένα τὴν ψυχή μου!
 

Ἐρωτικὰ IV

Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ τὴ ζωή σου
ᾖρθα σὰν ἥλιος νὰ φωτίσω:
τὸ φῶς στὰ μάτια μου
ποὺ λάμπει δικό σου
-καὶ σ᾿τὸ στέλνω πίσω!
Τοῦ μαγικοῦ τοῦ κόσμου
ἂν ἔχω ἀνοίξει διάπλατη τὴ θήρα,
τὸ μυστικὸ χρυσὸ κλειδί της
ἀπὸ τὸ χέρι σου τὸ πῆρα.
Κι ἂν ἀπ᾿ τὰ βάθη ἑνὸς ληθάργου
βγῆκα, σ᾿ ἐσένα τὸ χρωστάω,
σ᾿ ἐσένα τοὺς χυμοὺς ποὺ νοιώθω,
τὴ νέα γλῶσσα ποὺ μιλάω!
 

Πικραμένος ἀναχωρητής

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συννεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!
 

Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου

Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πῶς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια
ποὺ πέρασα. Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα. Καὶ τὰ ἄστρα
ποὺ εἶδα. Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος
εἶναι ὄμορφος!
 

Ταξίδι στὰ Κύθηρα

Τ᾿ ὡραῖο καράβι ἕτοιμο στὸ χαρωπὸ λιμάνι,
γιορταστικὰ μὲ γιασεμιὰ καὶ ρόδα στολισμένο,
μὲ τὶς παντιέρες του ἁλαφριὲς στὴν ἀνοιξιάτικη αὔρα
καὶ τ᾿ Ὄνειρό μας στὸ χρυσὸ πηδάλιο καθισμένο,
μᾶς πῆρε γιὰ τὰ Κύθηρα, τὰ θρυλικά, ὅπου μέσα
σὲ δέντρα καὶ λούλουδα καὶ γάργαρα νερὰ
ὑψώνεται ὁ μαρμάρινος ναὸς γιὰ τὴ λατρεία
τῆς Ἀφροδίτης - τοῦ ἔρωτα τὴ θριαμβικὴ θεά.
Μὰ τὸ ταξίδι ἦταν μακρὺ κ᾿ ἡ χειμωνιὰ μᾶς βρῆκε!...
Οἱ φανταχτερὲς κι ἀνάλαφρες παντιέρες μουσκευτῆκαν,
τὰ χρώματα ξεβάψανε καὶ τ᾿ ἄνθη ἐμαραθῆκαν
καί, κάπου ἀπὸ τοὺς ἄξενους τοὺς οὐρανούς, τὸ πλοῖο
ἀπόμεινε ἀκυβέρνητο στὸ κῦμα τ᾿ ἀφρισμένο
μὲ τὸ φτωχό μας Ὄνειρο στὴν πρύμνη πεθαμένο.
 

Ἡ ἀγάπη

Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ,
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.
Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό,
τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε,
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει: «ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.
Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς... Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.
Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.
Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς,
καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς,
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ, - ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.
 

Ζωή

Κάποιες φορές, σὰ βράδιαζεν ἀργὰ στὴν κάμαρά μας,
τ᾿ ὠχρὸ κεφάλι γέρνοντας στὴν ἀγκαλιά μου ἀπάνω
καὶ μὲ θλιμμένο ἀνάβλεμμα στυλὰ κοιτάζοντάς με,
«θὰ μὲ ξεχάσεις;» ρώταγες «καλέ μου, σὰν πεθάνω;»
Δὲ σ᾿ ἀπαντοῦσα. Τὴ φωνὴ τὴν πνίγαν οἱ λυγμοί μου,
κι᾿ ἕσφιγγα μὲ παροξυσμὸ τ᾿ ἀδύνατο κορμί σου,
σὰ νά ῾ θελᾳ μὲς στὴ ζωὴ νὰ σὲ κρατήσω ἐνάντια
στὸ Χάρο, γιά, ἂν δὲν μπόραγα, νὰ πήγαινα μαζί σου.
Γιατ᾿ ἤσουν ὅλη μου ἡ ζωή, χαρά της καὶ σκοπός της,
κι᾿ ὅσο κι᾿ ἂν ἐστρεφόμουνα πίσω στὰ περασμένα
δὲν ἔβλεπα, δὲν ἔνιωθα κοντά μου ἄλλη ἀπὸ σένα.
Μοῦ φαίνονταν ἀδύνατο δίχως ἐσὲ νὰ ζήσω.
Καὶ τώρα ποὺ μὲ ἄφησες, μὲ φρίκη ἀναλογιέμαι
τὸ θάνατό σου, ἀγάπη μου, πὼς πάω νὰ συνηθίσω.
 

Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι

Τὰ φορτηγὰ καράβια συλλογίζομαι
ποῦ γέρασαν κὰ τώρα, λαβωμένα,
χωρὶς οὔτε μία βάρδια στὸ κατάστρωμα,
σαπίζουν στ᾿ ἀκρολίμανα δεμένα.
Τὰ φορτηγὰ καράβια: ποὺ ταξίδεψαν
στῶν πέντε τῶν ἠπείρων τὰ πελάγη
-ἀπ᾿ τοῦ Μουρμὰνκ τὴ παγερὴ τὴ θάλασσα
ἴσαμε τοῦ Ἀμαζόνα τὰ τενάγη.
Τοὺς ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι
ποῦ στὰ μεγάλα τῶν χειμώνων βράδια
μ᾿ ὑπομονὴ κι ἀγάπη -γιὰ τὰ ἐγγόνια του
(εἴτε γι᾿ αὐτούς;-) μικρὰ φτιάχνουν καράβια,
καὶ δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ ταξιδέψουνε
μὰ κάθε μέρα ὡς τὸ λιμάνι πᾶνε
καί, ἄνεργοι, ἀνώφελοι καὶ πένθιμοι
σὰν κάτι τὶς νὰ χάσανε κοιτᾶνε.

Οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν

Ι

Τὶς νέες συλλογίζομαι στὶς ἀπομακρυσμένες
τὶς ἐπαρχίες, τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά,
ὅταν πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοὺς κοιτᾶν στηλὰ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ...
Τὶς συλλογιέμαι στὶς θαμπὲς τοῦ φθινοπώρου ἡμέρες,
ὅταν κοιτᾶνε τὴ βροχὴ νὰ πέφτει στὴν αὐλή τους
κι ἀνασηκώνουν στοὺς στενούς τους ὤμους τους τὸ σάλι,
γιατὶ ἕνα ρῖγος παγερὸ νιώθουν ὡς τὴν ψυχή τους...

ΙΙ

Συλλογιστήκατε ποτὲ τὶς νέες στὶς ἐπαρχίες,
ποὺ περιμένουνε νὰ ῾ρθεῖ, τὸ βράδυ, ἡ ἐφημερίδα,
γιὰ νὰ διαβάσουν ἄπληστα τὸ μυθιστόρημά της
καὶ νὰ μάθουν τί ἀπόγινε ἡ ὄμορφη ἡρωίδα;
Ποὺ ἀνταλλάσσουν κάρτ-ποστὰλ -«ἰδίως τοπία καὶ ἂνθη»-
καὶ διατηροῦν ρομαντική, κρυφά, ἀλληλογραφία
μ᾿ ἕνα ἄγνωστον, ποὺ μ᾿ ἄπειρα χαρίσματα τὸν πλάθουν
κι ἐκεῖνος εἶναι ἕνας γραφεὺς σὲ κάποια Δημαρχία;
Ποὺ γράφουν καλλιγραφικὰ -καὶ μ᾿ ἀνορθογραφίες-
«σκέψεις» μὲς σὲ λευκώματα παρμένες στὰ βιβλία
καὶ ποὺ μὲ μελαγχολικὰ ψευδώνυμα ὑπογράφουν,
ὅπως: «Ἀνέραστος Ψυχή» ἢ «Θλιβερὰ Καρδία»;

ΙΙΙ

Ἐγὼ τὶς συλλογίζουμαι τὶς νέες αὐτές, ποὺ εἶναι
τῆς Ἔμμας Μποβαρὺ ἀδερφὲς -καὶ πάντα καρτερᾶνε
τὸ Νέο τὸ ρομαντικό, τὸν πλούσιο, τὸν ὡραῖο,
ποὺ θὰ τοὺς δώσει τὴ λαμπρὴ ζωὴ ποὺ λαχταρᾶνε...
Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Πότε θὰ ῾ρθεί ἀπὸ τὸ γαλανὸ
βασίλειο τῆς Χίμαιρας, μ᾿ ἐρωτικὰ ἀνοιγμένη
τὴν ἀγκαλιά, καὶ νὰ τὸν δοῦν νὰ τοὺς χαμογελᾶ;
Τάχα γιατί τόσο πολὺ ν᾿ ἀργεῖ; Τί περιμένει;
Δὲν ξέρει πῶς στὴν πένθιμη αὐτὴν ἀναμονὴ
λιώνουν οἱ ἄσπρες τους ψυχὲς σὰ μάταιες λαμπάδες;
Καὶ δὲ φοβᾶται, σὰ θὰ ῾ρθεῖ μιὰ μέρα, νὰ μὴ βρεῖ
σβηστὸ τὸ φῶς καὶ -ἀλίμονο- νεκρὲς τὶς Ἑστιάδες;
Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Κατάμονες καὶ θλιβερὲς στὸ σπίτι
-στοῦ φθινοπώρου τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά-
οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν κοιτᾶν στηλᾶ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ...
 

Koρίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ...

Κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη:
μορφές, μέσα στὴ μνήμη μου, χιμαιρικὲς κι ὡραῖες,
σὰ ρόδινες σ᾿ ἀκίνητα βάλτων νερὰ νυμφαῖες,
-τὸν τόπο ἀφότου ἀφήσατε, τί νά ῾χετε ἀπογίνει,
κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη;
Ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα,
ὢ σεῖς ποὺ μὲ μαγεύατε, παιδί, στὴν ἐπαρχία,
ὅπως μαγεύουν ἔναστρης νυχτιᾶς τὴν ἡσυχία
γλυκιὲς φωνὲς ποὺ τραγουδᾶν τραγούδια εὐτυχισμένα,
ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα;
Σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια,
οὔτ᾿ ἕνα μήνυμα ἀπὸ σᾶς δὲν ᾖρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τὰ σπίτια σας -κι ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ μπαλκόνια
μόνες οἱ γριὲς οἱ βάγιες σας κοιτᾶνε πρὸς τὰ βράδια:
σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια...
 

Τὸ κορίτσι τῶν δεκατριῶν χρονῶν

Σβέλτη, γοργὴ καὶ γλιστερὴ σὰ φίδι, ὅλη τὴν ὥρα
ποῦ νὰ τὴν πιάσω τέντωνα τὰ χέρια, ξεγλιστροῦσε
καί, πάντα προκαλώντας με κι ὅλο ξεφεύγοντάς μου,
εὐτυχισμένη, - ὁλόκαρδα καὶ εἰρωνικὰ ἐγελοῦσε.
Μ᾿ ἀπάνω στὸ κυνηγητὸ κι ἀπάνω στὸ παιγνίδι,
κάθε ποὺ σμίγαν τὰ κορμιὰ καὶ κόλλαγαν στὴν πάλη,
ἐκείνη πιὰ δὲν γέλαγεν ἀθῴα σὰν καὶ πρῶτα
κι ἐμένα ὡς κῦμα ἀνέβαινε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι.
Καί, μιὰ στιγμή, ποὺ ἅρπαξα τὴ μέση της καὶ μ᾿ ἄγρια
ἐπιθυμία τὴν κράτησα μέσα στὴ ἀγκαλιά μου,
σκλαβώνοντας τὰ πόδια της μέσα στὰ γονατά μου,
Τὴν εἶδα ποὺ ἀφέθηκε γλυκὰ στὸ σφιξιμό μου,
ἐνῷ τὰ μάτια ἐγλάρωναν καὶ τρέμανε τὰ χείλη:
κι ἔνοιωσα ὅτι μέσα της ἐξύπνησε τὸ θῆλυ.
 

Ἐρωτικό

Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω, δὲν μπορῶ νὰ πῶ
ἂν θὰ σ᾿ ἀγαπῶ
ἴσαμε νὰ φτάσω στὴ στερνὴ τὴν ὥρα
ὅπως, κι ὅσο, τώρα·
Οὔτ᾿ ὁ ἔρωτάς μου ποὺ σὰ ρόδο ἀνθεῖ,
ἂν θὰ μαραθεῖ
πάλι σὰν τὸ ρόδο ποὺ τὸ καίει τὸ θέρο,
δὲν μπορῶ νὰ ξέρω.
Ὅ,τι ξέρω εἶναι πώς, ἀπ᾿ τὴν ἡμέρα
πού ῾γινες δική μου
ἄνοιξαν κλεισμένες πύλες -καὶ τὸ θαῦμα
μπῆκε στὴ ζωὴ μου·
Ὅλα ἀλλάξαν ὄψη ἀπ᾿ τὸ φῶς ποὺ ἐντός μου
σκόρπισε ἡ χαρά,
σὰν στὰ βαλτοτόπια ποὺ τὰ πλυμμυρίζουν
ζωντανὰ νερά.
Ἔχω πιὰ ξεχάσει ὅσα νοσταλγοῦσα
κι ὅ,τι εἶχα ποθήσει:
Τώρα μὲ φτερώνει μία καινούρια νιότη
ποὺ δὲν εἶχα ζήσει.
Τὴ ζωὴ τὴ βλέπω σάμπως μέσ᾿ ἀπό ῾να
μαγικὸ γυαλὶ
κι ἀπ᾿ ὅ,τι ζητοῦσα μοῦ ῾δωσ᾿ ἡ ἀγάπη
τόσο πιὸ πολύ,
ποῦ νὰ λέω ἂν ὅπως ᾖρθε μίαν ἡμέρα
φύγει πάλι πίσω
κι ἀπομείνω μόνος, κι ὅπως ἤμουν πρῶτα,
-κάλλιο νὰ μὴν ζήσω.
 

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο...

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.
Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.
Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».
Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.
Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».
Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.
Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.
 

Ἡ ζωντανὴ νεκρή

Δὲν πέθανες! Στὴν κάμαρα ἀκόμα τ᾿ ἄρωμά σου
εἶναι ἁπλωμένο ὡς τώρα δὰ νὰ μ᾿ ἄφησες, κι ἀπάνω
στὸν καναπὲ ἀτέλειωτο μένει τὸ κεντημά σου
καὶ τὸ κομμάτι πού ῾παιζες εἶναι ἀνοιχτὸ στὸ πιάνο.
Ἀπάνω στὸ τραπέζι μου πάντα ἡ δική σου εἰκόνα,
ποῦ πάντα μὲ τὴν ἥμερη ματιά της μὲ κοιτάζει,
καὶ δὲν εἶναι ὁ ἄνεμος, μὰ εἶσαι ἐσύ, τὴν πόρτα
ποὺ μισανοίγεις γιὰ νὰ μπεῖς τὴν ὥρα ποὺ βραδυάζει.
Δὲν πέθανες. Εἶσαι παντοῦ καὶ εἶσαι μέσα σὲ ὅλα:
στῶν ρόδων τὸ ξεφύλλισμα, στὸ στεναγμὸ τοῦ ἀγέρα,
στὰ νέφη ποὺ χρυσίζουνε σὰν πάει νὰ σβήσει ἡ μέρα
κι ὡς καὶ τὶς νύχτες δίπλα μου σὲ νοιώθω ξαπλωμένη...
Δὲν πέθανες. Ἀδιάφορο οἱ μῆνες κι ἂν περνᾶνε:
τότε οἱ νεκροὶ πεθαίνουνε, ὅταν τοὺς λησμονᾶνε!
 

Τελευταῖα Σχεδιάσματα
(ἀπόσπασμα...)

Καρπὸ δὲν ἔκοψα κανένα
ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς ζωῆς,
μονάχα μάζεψα ὅ,τι βρῆκα
νά ῾ναι πεσμένο καταγῆς...
...
Τώρα γυρίζω καὶ κοιτάζω
καὶ τὴ ζωὴ ἀναμετρῶ:
-πόσο μεγάλη ἦταν ἡ φόρα,
-πόσο τὸ πήδημα μικρό!
 

Ὁ Ταΰγετος (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑλλάδα»)

 Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου - ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ - αἰώνια ἀπάτητα χιόνια ἴσαμε τὶς πιὸ ἄγριες ἱσπανικὲς «σιέρρες» δέ μου ἔκανε ποτὲ τὴν ἐντύπωση ποὺ αἰσθάνθηκα, ποὺ δέχθηκα, κατάστηθα θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ, ὅταν ἀπὸ μία ψηλὴ καμπὴ τοῦ ἁμαξιτοῦ δρόμου πρὸς τὴ Σπάρτη ἀντίκρισα τὸν Ταΰγετο σ᾿ ὅλο τοῦτο ἐπιβλητικὸ ὕψος. Δὲ φανταζόμουν ποτὲ ὅτι θὰ ὑπῆρχε βουνὸ μὲ τέτοιο χαρακτῆρα, τέτοιαν ἀτομικότητα. Ἡ εἰκόνα του ἦταν ἄφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σὲ τεράστιες, συμπαγεῖς πλαγιές, παρόμοιες μὲ στηρίγματα τειχῶν, χρώματος μὸβ καὶ μολυβένιου, καὶ «οἱ κορφές του, ποὺ ἔχουν σχήματα πυραμίδων ξεκόβονται στὸ γαλανὸ οὐρανὸ κατακάθαρα καὶ σκληρά. Δὲν ὑπάρχουν, ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἄλλα ψηλὰ βουνά, μικρότερες βουνοσειρὲς νὰ τὸν μισοκρύβουν καὶ νὰ ἐμποδίζουν ν᾿ ἀγκαλιάσει κανεὶς μὲ μιὰ ματιὰ ὁλόκληρο τὸ ὕψος του. Ἀπὸ τὴν κοιλάδα τῆς Σπάρτης, ὅπου κάνει φιδίσιους ἑλιγμοὺς ὁ Εὐρώτας, καὶ ποὺ ἁπλώνεται σὰ μιὰ θάλασσα πρασινάδας, ὁ Ταΰγετος σηκώνεται ἀνεμπόδιστος, ἴσιος, ὥριμος καὶ δυνατὸς μὲ μία περήφανη ἀνάταση - ἴσαμε τὸ ὕψος τῶν χιονοσκεπασμένων κορυφῶν του. Καθὼς ἐμφανίζεται ἔτσι, δὲ δίνει μόνο μιὰ ἐντύπωση μεγαλείου, ἀλλὰ καὶ μία βαθιὰ συγκίνηση.
Δὲν τὸν φαντάζεται κανεὶς ἄψυχο: παγερὴ αἰωνιότητα ὕλης. Καθὼς ὑψώνεται θεόρατος καὶ δυνατός, σκιάζοντας τὴ μεγάλη πεδιάδα, φαντάζει σὰ μιὰ ἔμψυχη παρουσία, σὰ νὰ εἶναι ὁ τιτανικὸς φρουρός της - καὶ δίνει πραγματικὰ τὸ μάθημα ἐκεῖνο τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς δύναμης, ποὺ ἔνοιωσε ὁ Μωρὶς Μπαρρές, ὅταν τὸν εἶδε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξήγησε τὸ πολεμικὸ θαῦμα τῆς ἀρχαίας Σπάρτης. Ἀληθινά, ἀφοῦ δεῖ κανεὶς τὸν Ταΰγετο, ἐννοεῖ καλύτερα, ἐννοεῖ ἐντελῶς, πὼς ὑπῆρξε ἡ φυλὴ αὐτὴ περήφανη, ἡ ἐξαίσια ἀνδρική, ἡ λιτή, ἡ αὐστηρὴ καὶ πολεμόχαρη, ποὺ ἔζησε στὴν κοιλάδα αὐτὴ τῆς Σπάρτης χωρὶς νὰ νοιώσει ποτὲ τὴν ἀνάγκη νὰ περιτειχίσει Ἀκροπόλεις γιὰ νὰ καταφεύγει σ᾿ αὐτὲς σὲ ὧρες ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀντίκριζαν καθημερινὰ τὸν Τιτᾶνα αὐτὸν ποὺ λέγονταν Ταΰγετος, ποὺ ἀνέπνεαν τὸν ἀέρα ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὶς κορυφές του, ποὺ αἰσθάνονταν ὄχι τὸ βάρος του πάνω στὴν πεδιάδα τους, ἀλλὰ τὸ ἀγέρωχο ὕψος του, δὲν ἦταν δυνατό, στὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες τῶν πολέμων καὶ τῶν στενῶν πατρίδων, νὰ μὴ ἀναπτυχθοῦν σὲ χαλύβδινους καὶ περήφανους πολεμιστὲς καὶ νὰ μὴ θέσουν τὴ φυλή τους ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῶν Ἀθηνῶν ...
Ἄλλοτε, πρὶν δῶ ἀκόμα τὸν Ταΰγετο, θεωροῦσα κι ἐγώ, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, κατώτερη τὴ φυλὴ αὐτὴ ποὺ χάθηκε ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς χωρὶς νὰ ἀφήσει στοὺς αἰῶνες τίποτα γιὰ νὰ θυμίζει τὴ διάβασή της: οὔτε ναό, οὔτε ἕνα ἔργο τέχνης. Τώρα αἰσθάνομαι ὅτι oι Σπαρτιᾶτες «ἄφησαν» ὡς μνημεῖο τους τὸν Ταΰγετο γιατὶ, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴν περήφανη παρουσία του, ὕψωσαν σὰν τὴν ψυχή τους ἴσαμε τὴν ψηλότερη κορφή του κι ἔγιναν ἕνα μ᾿ αὐτόν...

Βιογραφικὰ στοιχεῖα - Ἐργογραφία - Ἐργοκριτική

Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστὴς καὶ δημοσιογράφος (πραγματικὸ ὄνομα Κώστας Νιάρχος). Ἔζησε τὰ παιδικά του χρόνια καὶ ἔκανε τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του διαδοχικὰ στὸ Λεωνίδιο, Ναύπλιο καὶ Κωνσταντινούπολη. Στὴν Ἀθήνα ᾖρθε στὰ 18 του χρόνια καὶ ἐργάστηκε γιὰ λίγο στὴν Ἀκρόπολη τοῦ Γαβριηλίδη. Πῆγε κατόπιν στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ νὰ σπουδάσει ἀλλὰ ἔζησε μποέμικη ζωή, προσβλήθηκε ἀπὸ φυματίωση καὶ ἔμεινε δυὸ χρόνια στὸ σανατόριο τοῦ Νταβὸς στὴν Ἐλβετία. Τὸ 1920 διορίστηκε γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδας στὴ Λισσαβόνα, ἐνῷ τὸ 1924 ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ ἐργάστηκε ὡς δημοσιογράφος.
Στὰ Γράμματα ὁ Οὐράνης πρωτοεμφανίστηκε τὸ 1908 καὶ ἔκτοτε συνεργάστηκε μὲ ὅλα σχεδὸν τὰ ἀξιόλογα περιοδικὰ τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Ἀλεξάνδρειας. Τὴ νεανική του συλλογὴ Σὰν ὄνειρο, ποὺ τύπωσε τὸ 1909, τὴν ἀποκύρηξε καὶ θεώρησε ὡς πρώτη συλλογή του τὴν Spleen τοῦ 1912 (ἡ λέξη σημαίνει μελαγχολία, ὑποχονδρία καὶ πλήξη), στὴν ὁποία ὅμως τὰ πεζολογικὰ στοιχεῖα καὶ ἡ δυσκαμψία τοῦ στίχου δίνουν μετριότατα ἀποτελέσματα. Οὐσιαστικὰ ἡ προσωπικὴ ποιητική του προσφορὰ παρουσιάζεται μὲ τὶς Νοσταλγίες (1920) καὶ συμπληρώνεται μὲ τὶς Ἀποδημίες, μιὰ συλλογὴ ποιημάτων δημοσιευμένων σὲ διάφορα περιοδικά, ποὺ συγκεντρώθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ στὴ μεταθανάτια ἔκδοση μὲ τὸ γενικὸ τίτλο Ποιήματα (1953). Ἐπίσης μεταθανάτια συγκεντρώθηκε, χάρη στὶς φροντίδες τῆς δεύτερης γυναίκας του, τοῦ κριτικοῦ Ἄλκη Θρύλου, ἡ διάσπαρτη σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες, ὅπως καὶ σὲ ἐξαντλημένα βιβλία του, ποικίλη ἐργασία του. Ἔτσι, ἐκδόθηκαν σὲ ὁμοιόμορφους τόμους, τὰ ταξιδιωτικά του: Ἰταλία (1953), Ἱσπανία (1954), Γλαυκοὶ δρόμοι (1955), Ἑλλάδα (1956), Ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικὸ στὴ Μαύρη Θάλασσα (1957), τὰ ἀφηγήματα, χρονογραφήματα, συνεντεύξεις κλπ.: Ἀναβίωση (1955), Ἀποχρώσεις (1956) καὶ τὰ κριτικά του: Δικοί μας καὶ ξένοι (1954 - 56, σὲ τρεῖς τόμους) καὶ Στιγμιότυπα (1958). Στὴν ἀνάθεση τοῦ Ἄλκη Θρύλου ὀφείλεται καὶ ἡ βιογραφία τοῦ Οὐράνη (1908 - 61) τοῦ Π. Μαρκάκη, ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1962.
Ὡς ποιητὴς ὁ Οὐράνης, μὲ τὴ βαθιὰ καὶ οὐσιαστικὰ κοσμοπολίτικη παιδεία του, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Μπωντλαὶρ καὶ τοὺς Γάλλους «ποιητὲς τῆς παρακμῆς» (ὅπως αὐτοχαρακτηρίζονταν πρὶν ἐπικρατήσει ὁ ὅρος συμβολιστές), καλλιέργησε μία ποίηση χαμηλῶν τόνων, στὴν ὁποία ἐπικρατοῦσαν τὰ αἰσθήματα τῆς ἀνίας, τῆς συγκρατημένης ἀπελπισίας, τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς φυγῆς. Ὡστόσο, οἱ καταστάσεις αὐτές, κυρίαρχες στοὺς γαλλικοὺς κυρίως λογοτεχνικοὺς κύκλους, στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα, μεταφερμένες τώρα σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή, τὴν περίοδο τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, μὲ μιὰ διαφορετικὴ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία εὐνοοῦσε ἰδιαίτερα τὰ νέα εἰκονοκλαστικὰ αἰσθητικὰ κινήματα, ἔμοιαζαν νὰ κατάγονται μᾶλλον ἀπὸ φιλολογικὲς ἐπιρροές, παρὰ ἀπὸ ἐμπειρίες ζωῆς. Μολαταῦτα ὁ Οὐράνης γιὰ τοὺς συνοδοιπόρους του, στὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ 20ου αἰῶνα, θεωρήθηκε σημαντικὸς ποιητής. Ἀκόμη καὶ ἡ ἀτιμέλητη μορφὴ τῶν στίχων του καὶ οἱ ἀλλεπάλληλες χασμωδίες του εἶχαν ἐκληφθεῖ ὡς ἠθελημένοι ἐκφραστικοὶ τρόποι καὶ ὡς στοιχεῖα ὕφους, τὰ ὁποῖα συνόδευαν ὀργανικὰ τὰ ποιητικά του θέματα. Θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ τὸ ὑποστήριζε κανεὶς σήμερα. Ὅμως θὰ πήγαινε καὶ στὸ ἄλλο ἄκρο ἂν ἔλεγε ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ βαρύρυθμη καὶ πεζολογικὴ ποίηση, ὅπου κάποιοι ρεαλιστικοὶ τόνοι διαβρώνουν τὸ ρομαντισμό της, δὲν σῴζεται συχνὰ μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐποχῆς μὲ διαχρονικὰ στοιχεῖα. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εὐαίσθητη ἀνθολόγηση τοῦ ποιητικοῦ του ἔργου μπορεῖ νὰ τὸ πιστοποιήσει, ὅπως καὶ νὰ ἐπισημάνει τὶς διαστάσεις του.
Ὁ Οὐράνης παραμένει ποιητὴς καὶ στὰ ταξιδιωτικά του ἔργα, τὰ διηγήματα, τὰ ἀφηγήματα καὶ τὰ χρονογραφήματά του. Ὁ ἄκρατος ὑποκειμενισμός του τὰ χρωματίζει μὲ θερμοὺς τόνους, ἔτσι ποὺ νὰ φανερώνονται ὡς αὐτοβιογραφικὲς ἐκμυστηρεύσεις, συνθήκη ὅμως ποὺ μειώνει τὴν ἐμβέλεια τῶν κριτικῶν του μελετημάτων, χωρὶς ὡστόσο αὐτὰ νὰ χάνουν τὴ σχετικὴ σημασία τους.

Αποχαιρετισμός


© Lincoln Harrison

Dreaming Pearls in the Sky ..

Dreaming Pearls in the Sky ..
Buona Serata, Amici, come state? Siete rientrati al lavoro o ancora in vacanza?
Le mie piccole ore di ferie sono già passato remoto e, come sempre, non mi resta che sognare.. Sogno differente ed esclusivo stavolta, un elegante filo di Perle per Anime di 'Nicchia' ..

Sogno che sussurra antiche  filastrocche di zucchero e cannella, danzando alla bellezza della luna di fine Agosto coi folletti del bosco ..

Vorrei svegliarmi lassù, vicina al cielo del mio cuore, dove gli Angeli baciano le palpebre  dei bimbi col primo raggio di sole e il vento profuma di pino cembro ..
Seguiamo quel profumo , Amici: partiamo immediatamente !




Le Dolomiti, Inconfondibile 'Filo di Perle Naturali' da vivere con tutto il cuore possibile .. 


Ed ora che si fa? Per un week-end all'altezza di questo paesaggio, proporrei l'Alta Badia e precisamente, Corvara, la Perla della vallata: puntate i navigatori, si Parte! 

Mountain-Bike, vivere la montagna in libertà 


Il Passo Sella. 

Colfosco,  bellissimo centro a Nord di Corvara in Badia;
Corvara in Badia, arrivati, finalmente .. Benvenuti in Paradiso !


Il Buen Retiro di questo week-end sarà L'Hotel La Perla, lussuoso e accogliente abbraccio in cui rifugiarsi per sentirsi finalmente a 'casa' .. Benvenuti, cari Amici !


Hotel La Perla, Ingresso durante la Stagione invernale
L'Hotel La Perla è un Resort nato dall'antica e splendida residenza di proprietà della famiglia Costa, che ne cura personalmente ogni particolare della gestione; varcata la soglia, si respirano immediatamente le suggestioni del più bel ritorno a 'casa' grazie al calore High Quality dell'autentico stile tirolese, fusione perfetta tra passato e presente che unisce il Fair Trade Bio e l'accogliente Lifestyle Ladino, Unicità che includono La Perla nel Meglio qualitativo delle strutture Turistiche Europee di Lusso.
Vivere un fine settimana all'Hotel significa spegnere lo stress per riscoprire e riappropriarsi della propria sfera sensoriale a 360°,  iniziando dai legni profumati delle camere da letto ..

Per Scoprire il resto della Favola, dalla Stua de Michil, alle Stube, ai Menù e l'Enogastromia di nicchia, fino alla fondazione benefica Costa, potete approfondire direttamente sul sito: www.altabadia.it e cercare La Perla Hotel ( Leading Hotels )
Hotel la Perla, la Camera Romantica ..



Camera Comfort ..

Camera Standard e ..

Camera Singola ..
Spesso il linguaggio non è sufficiente a descrivere le  Bellezze che 'bucano' il cuore; Corvara in Badia e l'Hotel La Perla sono fra queste; 'Perle' conoscibili attraverso la loro atmosfera magica ed inenarrabile, perché il cuore, alla freddezza delle  parole, preferisce l'abbraccio dell' Emozione ..
Alta Badia, il filo di Perle naturali più vicine al Cielo ..
Week-end a Corvara in Badia: da dove cominciamo ?
L'Alta Badia, micro-regione di soli 10.000, racchiude l'intera gamma del ' Possibile che Piace ', dal Fitness d'alta quota ai migliori Beauty trattamenti, passando per escursioni in Mountain-Bike e Bici da corsa, percorsi di Trekkink,  Via Ferrate e/o Roccia, Percorsi Botanici e Osservazione guidata degli Animali nel loro habitat naturale, senza trascurare il rito dello Shopping, che qui si snoda tra le tante Botteghe artigianali che punteggiano il centro di Corvara e i Paesi vicini: Colfosco a Nord, La Villa, con  San Leonardo e San Casciano a Ovest e, proseguendo verso Sud, i centri di Pedraces e San Martino in Badia; abili Tessitori, Scultori e Pittori di fama Europea spalancheranno i loro Atelier, Designer d'Interni e Complementi d'Arredo(rigorosamente handmade) sapranno ancora  stupirci di creatività artistica; farmacisti, erboristi e maestri profumieri di talento saranno la vera, deliziosa scoperta e, per finire, le raffinate Vetrine 'griffate' nascoste nei poli Commerciali d'Elite, conquisteranno a man bassa i nostri cuori, svuotandoci con eleganza  la carta di credito e, solo per stavolta, ne sarà valsa la pena ..Questa è l'Arte delle Mani, Amici, il Talento senza prezzo d' inestimabile Valore ..

Corvara in Badia : Fitness in quota ..

Terapia dei 'Bagni di Fieno'
Sauna, Bagno Turco, 'Bagni di Fieno', trattamenti e massaggi mirati con le preziose Erbe officinali d'Alta Montagna, percorsi Benessere, Solarium e Piscine coperte, Reiki, Tecniche Olistiche e percorsi multi-sensoriali ispirati all'antico sapere orientale; i Centri Benessere rappresentano un'Eccellenza Europea; ve ne sono di vari tipi, tutti gestiti da operatori altamente professionali e di altissima qualità.
Per gli ospiti dell 'Hotel La Perla, sarà sufficiente raggiungere il favoloso centro benessere interno e abbandonarsi alle mani sapienti dell'ottima Equipe: Piscina coperta e Idromassaggio, Percorso Kneipp, Bagno Turco, Massaggi Olistici Terapeutici mirati e  Bagni Rilassanti .. 'La Perla' Wellness : Imperdibile filo prezioso  !
Hotel La Perla, Centro Benessere
Hotel La Perla, Corvara in Badia
Spa e Centro Benessere, Hotel La Perla. Corvara in Badia
MI STO CHIEDENDO SE IN ALTA BADIA ESISTA IL CIBO E ..
Oh mio Dio, questo è il Paradiso dell'Ottimo Cibo ! In soli sette Km si concentrano tre Grand Restaurant super stellati e inclusi nella guida Michelin ..

L'Hotel La Perla offre come sempre il Meglio, anche se nell'Enogastronomia aggiunge abbondanti pizzichi di passione; ottimi Chef, tra cui alcuni dei proprietari, creano in collaborazione con colleghi di fama europea, Menù esclusivi per gusto, altissima qualità del prodotto e scelte nutrizionali d'avanguardia, basate sulla piramide alimentare: in primis si scelgono i cibi locali, seguiti da quelli regionali e infine, i tipici prodotti italiani e internazionali; come per l' architettura, in piena simbiosi con l'Ambiente naturale, anche la gastronomia segue la via Green: cibi freschi e di stagione a km zero e, se provenienti dall'estero, arrivati esclusivamente dal Mercato Equo e Solidale ..
La famiglia Costa, di antiche origini Ladine, basa la propria quotidianità sul valore del rispetto per se stessi, per gli altri e l'ambiente circostante, dedicando alla natura e all'ospite la stessa, amorevole cura riservata ai membri della famiglia. Dagli antichi valori Ladini, la Miglior Accoglienza per il Turista 2.0 che sceglie Corvara e l'Alta Badia: un elegante Filo di Perle per Anime di Nicchia ..
Hotel La Perla, zona Colazione. Breakfast Time!
Hotel La Perla
Hotel La Perla




L'Hotel offre mille, golose possibilità , dal Breakfast con menù dolci, salati e Torte fatte in casa, al Pranzo e alla Cena da scegliere nel punto preferito, al Relax con Bollicine nel  'cuore' della Casa, al Dopocena con


Live-Music, Discoteca e Divertimento conditi dai migliori Vini Locali e i Cocktails più amati .. Buon Divertimento, Ragazzi..Stavolta faremo l'Alba!


Prima di andarcene, non dimentichiamo di visitare la Boutique dell'Hotel, il Museo delle moto d'epoca del proprietario e l'Antica Casa del '400 in cui ammirare le preziose Origini per comprendere meglio l'Unicità dell'Oggi ..

" Schmuckkastl ", La Boutique esclusiva all'interno dell'Hotel La Perla ; 

Le Moto d'Epoca del Signor Costa, Hotel La Perla. Corvara in Badia 

La casa 'Vedla' , l'antica residenza del 1400. Hotel La Perla, Corvara in Badia
Se come me, vi siete innamorati di questo angolo di Paradiso possibile, ecco qualche coordinata per raggiungerlo e prenotare il vostro meraviglioso Week-end vicino al cielo:

Hotel La Perla, Corvara in Badia ,  indirizzi utili:
La Perla ( Leading Hotels )
www.altabadia.it

La Perla Hotel
Strada Col Alt, 105
39033 - Corvara ( Bz )
tel: +39 0471 83 10 00
email: info@hotel-laperla.it

Swirl by Øivind Slaato for Le Klint

Swirl by Øivind Slaato for Le Klint


Designer Øivind Slaato has created the Swirl Lamp for manufacturer Le Klint.
sw_090913_01

Description
The transparency and shape of the lamp, as well as the spiral lamellae that disperse the light, provide excellent lighting for all uses and the lamp becomes an esthetical pleasure in the room.
The beautiful closure at the bottom of the lamp also makes it ideal for hanging high in a room. The lamp is designed in order to avoid unpleasant glare from the light source.
The lamp is available in several models and sizes.