Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Lonely Walker

Lonely Walker

Lonely walker
of the city which sags its tired darkness
in the moonlight
desperately looking to find my lost youth.
Lonely Walker___de.stijl.de.l.arte

Imprisoned Thou Of Shadows


 
The night brought darkness
Black lace embroidered at moon's face
it brought the pale light
that fell on the dark house.
The shadows spread around,
encircle the dark house,embraces it.
Black grey the garment of fear-
lank figures,long fingers,
eyes nonexistent,
empty,shadowed by death.
Existing figures;actual figures;
at walls,at windows,
at the trees of the garden;
from the night mist-at the wet grass.
Their sliping,their coming
approaching, in approaching,
it feels like nothing is touching you
and the thrill to penetrate
deep to the bone.
Wherever you look,
in the circle around you,
It shades the eyes, fluttering veil
The shadows are slidin around you
spreading the fear.
At the veins the blood flowing fast
the heart beats
loud sounds of war drums
it touch your mind,your skin.
Around you,terror scene,frighting
Death clouded your dreams
any form,at any time...
the dark house haunted your life.
Mercilessly, can not escape
Imprisoned thou of shadows
become a shadow and you
fainting pulls in the dirt
rot,sepsis occurs,
become one with the dust
become moist soil ... ...
become nothing not, you're a nobody
a shadow, the shadow of yourself
the dark house is you
shadows are your thoughts
that growing up, deep in your soul
become giants,devour you
can not escape.
Life becomes death
and death becomes life.
you become a shadow,fading in daylight
lost in the air like tobacco smoke,
you tearing apart ...as well as time sucks you.
~Imprisoned thou of shadows at dark house~de.stijl.de.l.arte~Greece~




 


 

Βάγια


η νεράιδα της γης.
Η μοίρα την έστειλε
κρυμμένη στη λαμπερή της άχλυ,
στον κήπο της καρδιάς σου.
Μια καλομοίρα που ήρθε να σου αλλάξει τη ζωή με τη ζωή της,
με το χαμόγελο της,το νάζι,τη ζωντάνια της,με την ομορφιά της
Τα μακρυά ξανθά  μαλλιά της σα τις ηλιαχτίδες του ήλιου,
τα χτενίζει με το χρυσό της χτένι.
Τα μά τια της τα γαλανά  σαν του ουρανού το γλαυκό χρώμα,σε διαπερνούν
Μια νεράιδα έφυγε από το δάσος και πέταξε με τα αέρινα φτερά της
από λουλούδι σε λουλούδι για να ‘ρθει στο δικό σου κήπο.
Αν της κλέψεις το μαντήλι για πάντα δική σου θα ‘ναι
να σου χορέυει και να σου τραγουδά.
Πλάσμα ενός άλλου κόσμου η μικρή Βάγια μοιάζει,βγαλμεέη από παραμύθι.
Αν σε αγγίξει,λύπη ξανά δε θα γευτείς και αιώνια θα χαίρεσαι.
Ένα μικρό παιδί θα γίνεσαι,σαν σε κοιτά θα σε μαγεύει.
Γαλήνια θα αισθάνεσαι με τη ματιά της
καθώς τα μυστικά της καρδιάς σου κατέχει.
Με ένα σου φιλί στο ροδαλό της μάγουλο η Βάγια θα σου ψιθυρίζει Σ’αγαπώ.
 
Βάγια___Ελένη Ιωάννου