Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Ο πρωτομάστορας Δημήτρης Πικιώνης

Ο Πρωτομάστορας, ο Δημήτρης Πικιώνης και η λαϊκή μας παράδοση

by
Pikionis
Ήθελα ν’ ανεβώ έως Εσένα.
Να μένω πάντα στην αγκάλη σου.
Γιατί κάθε άλλο είναι απάτη και σκότος.
Δημήτρης Πικιώνης
Του Δημήτρη Ξυδερού από το Άρδην τ. 99
 
Περπατώντας στον λόφο των Μουσών, προσπερνάμε συχνά έναν παράξενο ναό, τον ναό του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη. Στέκει εκεί μονάκριβος, όπως ακριβώς κι ο αρχιτέκτονάς του, ο Δημήτρης Πικιώνης. Στέκει εκεί, κοντά στην Πνύκα και στο θέατρο του Διονύσου, κοντά στον λόφο της Ακροπόλεως. Στέκει εκεί και φέρει το νέο και το παλαιό, φέρει ολάκερη την παράδοση του λαού μας σ’ ένα μονάκριβο σχήμα, στο σχήμα του ουρανού1. Αυτό το «Σχήμα, είναι ο κόσμος – νέος στα μάτια του πρωτόπλαστου. Για τον Καλλιτέχνη που μια φορά αντίκρισε αυτή τη χαρά, ο κόσμος-Σχήμα είναι αγέραστος. Κάτι που για πρώτη φορά πάντα το βλέπει». Με αυτό τον τρόπο προλογίζει ο Πικιώνης το δοκίμιό του Η λαϊκή μας τέχνη κι εμείς. Με αυτό τον τρόπο αντικρίζουμε το αγέραστο έργο του.
Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου αναστηλώθηκε αγκαλιάζοντας τη βυζαντινή θολωτή μονόκλιτη βασιλική του 9ου αιώνα, κρυμμένη και φανερωμένη, απ’ το γυμνό σκυρόδερμα και τις επεκτάσεις των ξύλινων στοών. Οι εξωτερικοί τοίχοι κοσμήθηκαν με κεραμικά γεωμετρικά σχέδια, καθώς και κομμάτια από μάρμαρο. Συνομιλούν έτσι χιλιάδες έτη ιστορίας, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, ως τη λαϊκή μας παράδοση και τη νεωτερική τέχνη.
Συνεχίζοντας στον πρόλογό του, ο δημιουργός μας συμβουλεύει: «Πρέπει να είμαστε ικανοί να ξεχωρίζουμε την Τέχνη σε κάθε τι, είτε παλιό ’ναι αυτό, είτε και προσπάθεια γι’ αυτήν ακόμα, για να μπορέσουμε να νιώσουμε βαθιά».
Ο Πικιώνης δούλεψε εκεί με τους μαθητές του και με Ναξιώτες μαρμαράδες. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν σχεδόν καθημερινά στο εργοτάξιο και μετά από συζητήσεις με όλους τους συνεργάτες του εξηγούσε, ρωτούσε, σχεδίαζε, στοχαζόταν και αποφάσιζε. Με αυτό τον τρόπο διαμόρφωσε και τον χώρο γύρω από την Ακρόπολη. Με λιθόστρωτα –μοναδικά έργα τέχνης–, με αναφορές στη λαϊκή τέχνη αλλά και στον ζωγράφο Πωλ Σεζάν. Εκεί λοιπόν ο αρχιτέκτονας, όπως άλλωστε και στα υπόλοιπα έργα του, συνετέλεσε αυτή τη μεγάλη υπέρβαση, τον εκσυγχρονισμό της παράδοσης.
Αυτό ήταν το όραμα της γενιάς του ’30. Ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Φώτης Κόντογλου, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης και πολλοί άλλοι το έθεσαν στο έργο τους. Όπως άλλωστε και οι προκάτοχοί τους, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, αλλά και οι προηγούμενοι αυτών – ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός…
Τo συναντάμε στην «κλασική» μουσική του Μανώλη Καλομοίρη, του Νίκου Σκαλκώτα, του Μίκη Θεοδωράκη, του Αλέκου Ξένου, αλλά και του Γιάννη Ξενάκη, το συναντάμε στον λαϊκό μας κινηματογράφο, στον Νίκο Κούνδουρο, ως και τον κορυφαίο μας σκηνοθέτη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.
Άλλωστε, η μεγάλη τέχνη, η διαχρονική, πάντοτε αυτό επιτύχαινε. «Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοὶ στὴν παράδοση, ὅσοι δὲν ἀρνηθήκαμε τὸ γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στὴν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θέλουνε την Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρὶς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρὶς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὸς θὰ δείξει ποιὸς ἔχει δίκιο, ἂν καὶ δὲ χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη»,2 έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Και θα προσθέσει ο Γιάννης Τσαρούχης: «Η παράδοση θα μας μάθει όχι το τέλειο, μα ν’ αμφιβάλλουμε για το ατράνταχτο κάποιων θεωριών».3 Ο Γιώργος Σεφέρης τονίζει: «Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον»4.
Ο Πικιώνης, αναζητώντας τη λαϊκή τέχνη, επικαλείται τους ποιητές, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ: «Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθεί εις το κέντρο της εθνικότητος και ας υψώνεται κάθετα…» θα γράψει ο πρώτος και «God plants us where we grow» ο δεύτερος. Υπογραμμίζει ο Πικιώνης ότι: «Δεν υπάρχει λαός που να έζησε ή να ζει επάνω στον πλανήτη μας και που να μην έχει ερευνηθεί η ζωή του και η τέχνη του». Κι ο ίδιος με πάθος μελετάει βαθύτατα την ελληνική, αλλά και την τέχνη άλλων λαών. Άλλωστε, για να γνωρίσει κάποιος τους πολιτισμούς άλλων λαών πρέπει πρώτιστα να γνωρίζει τον δικό του. Γι’ αυτό και το έργο του είναι ταυτόχρονα λόγιο και λαϊκό, διεθνές και εθνικό.
«Δε στοχαζόμαστε καν πως τούτη η αγνότις και η αλήθεια που αναγνωρίζουμε στην τέχνη του λαού προϋποθέτει ένα σύνολο ανθρώπου, ένα σύνολο ζωής αγνής και φυσικής».
πικιω1
 
Διαβάστε τη συνέχεια του εξαιρετικού και καλογραμμένου αυτού άρθρου-αφιέρωμα στον Δημήτρη Πικιώνη  στο "άρδην".